katsis

Λίγες ημέρες πριν, δημοσιεύθηκε  από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) η πρώτη μεγάλη και επίσημη έρευνα σχετικά με τη βία κατά των γυναικών στα 28 κράτη-μέλη της Ένωσης. Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν 42.000 γυναίκες, περίπου 1.500 από κάθε κράτος-μέλος, ηλικίας 18-74 ετών και οι ερωτήσεις των συνεντεύξεων αφορούσαν σε ποικίλες μορφές βίας συμπεριλαμβανομένων της σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής, ενδοοικογενειακής, θυματοποίηση στην παιδική ηλικία, σεξουαλική παρενόχληση, παρενοχλητική παρακολούθηση αλλά επεκτάθηκαν και σε νέες μορφές κακοποίησης, όπως για παράδειγμα μέσω του διαδικτύου. Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αποκαλυπτικά τόσο ως προς την έκταση του φαινομένου της έμφυλης βίας όσο και ως προς την αντιμετώπιση της τελευταίας ως κοινωνικού φαινομένου αναλόγως το πολιτιστικό υπόβαθρο της κάθε χώρας εκ των συμμετεχόντων.

Η έμφυλη βία, έχει δομηθεί και αναπαραχθεί πάνω στις –εκπεφρασμένες- άνισες ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και παρά την κοινωνική πρόοδο σε πολλούς τομείς θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, παραμένει ένας σθεναρός φαύλος κύκλος κυρίως λόγω των ταμπού που υπάρχουν γύρω και μέσα σε αυτή.

Βάσει της έρευνας, περίπου 13 εκατομμύρια γυναίκες της ΕΕ, έχουν υποστεί σωματική βία, μέσα στο διάστημα ενός έτους πριν λάβει χώρα η συνέντευξη, ενώ 3,7 εκατομμύρια, έχουν υποστεί σεξουαλική κατά το ίδιο διάστημα. Συνολικά εκτιμάται ότι 1 στις 3 (33%) γυναίκες έχει υποστεί φυσική ή (και) σεξουαλική βία μέχρι την ηλικία των 15 ετών, ενώ περίπου το 12 % των γυναικών δηλώνουν ότι έχουν βιώσει κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης ή κάποιο συναφές περιστατικό από κάποιον ενήλικα πριν από την ηλικία των 15 ετών, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 21 εκατομμύρια γυναίκες εντός της ΕΕ.

Σημαντικό επίσης είναι ότι 30 % των γυναικών που έχουν υποστεί σεξουαλική θυματοποίηση από έναν πρώην ή  νυν σύντροφο έχουν επίσης πέσει θύματα σεξουαλικής βίας κατά την παιδική ηλικία. Σε ό,τι αφορά τον βιασμό, το ποσοστό ανέρχεται στο 5% σε γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω.

Αξίζει ωστόσο να επισημανθεί πως, όπως αναφέρεται στην έρευνα του Οργανισμού «Στα νομικά συστήματα ορισμένων χωρών της ΕΕ, ο  νομικός ορισμός του βιασμού είναι ευρύτερος και δεν περιορίζεται στην προϋπόθεση χρήσης σωματικής βίας από τον αυτουργό. Υπό αυτή την έννοια, τα περιστατικά βιασμού στην ΕΕ μπορεί να υπερβαίνουν το 5 %».

Τα μεγαλύτερα ωστόσο –καταγεγραμμένα-ποσοστά κακοποίησης γυναικών, παρατηρούνται στις σκανδιναβικές χώρες με πρώτη τη Δανία (52%), τη Φιλανδία (47%) και τη Σουηδία (46%), ενώ στη Νότια Ευρώπη, σε Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα, το ποσοστό αυτό φαίνεται να είναι κάτω του 33% που αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ένωσης. Αν λάβει κανείς υπόψη του βέβαια πως οι χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά βίας κατά των γυναικών, είναι οι χώρες με την κατεξοχήν προωθημένη νομοθεσία σε θέματα ισότητας και κοινωνικών παροχών, φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Η ανάλυση αυτών των αποτελεσμάτων όμως όπως δίδεται μέσα από την έρευνα, παρέχει κάποιες πιθανές και ίσως αναμενόμενες εξηγήσεις για το φαινόμενο.

Καταρχάς, τα αποτελέσματα αναφέρονται σε περιστατικά καταγεγραμμένα και σε απαντήσεις συνεντευξιαζομένων, που αναφέρθηκαν σε αυτά. Αυτό σημαίνει ότι σε διαφορετικές χώρες, είναι περισσότερο ή λιγότερο «πολιτιστικά αποδεκτό» το να μιλήσει κάποιος ανοιχτά για τη βία (και που έχει υποστεί) κατά των γυναικών. Κοιτώντας κανείς τα αποτελέσματα, δε μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι σε κοινωνίες όπου η ενδοοικογενειακή για παράδειγμα παραμένει θέμα αυστηρά προσωπικό και «οικογενειακή υπόθεση», σπάνια τα περιστατικά καταλήγουν σε καταγγελία στην αστυνομία και εξίσου δύσκολα μιλάνε τα θύματά της ανοιχτά γι’ αυτήν. Επίσης σε κοινωνίες με ενισχυμένη ισότητα και ισονομία των φύλων, υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια στην αποκάλυψη της βίας κατά των γυναικών και στην καταπολέμησή της με όρους διαφάνειας. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη, είναι ότι σε χώρες της ΕΕ με υψηλά ποσοστά χειραφέτησης των γυναικών, οι τελευταίες εκτίθενται πολύ περισσότερο και σε περισσότερους κινδύνους σε ό,τι αφορά τόσο στον τομέα της εργασίας όσο και της κοινωνικής ζωής. Τέλος και κυρίως σε σχέση με την ενδοοικογενειακή βία, αποκαλύπτεται μεγάλη εξάρτησή της από τον αλκοολισμό και χώρες με μεγαλύτερα ποσοστά σε αυτόν παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά δραστών ενδοοικογενειακής βίας, με αντίστοιχα προβλήματα.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι η πολύμορφη κακοποίηση των γυναικών παραμένει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα που καθίσταται αρκετά δισεπίλυτο όταν περιβάλλεται από κοινωνικά ταμπού σε σχέση με την καταγραφή των περιστατικών και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στην αντιμετώπισή του. Με αυτόν τον τρόπο, τα δικαιώματα των γυναικών αποτελούν μια θεωρητική διακήρυξη και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών για την ενθάρρυνση στην καταγγελία των περιστατικών καθηλώνει τους όποιους αρμόδιους φορείς είναι σε θέση να δρομολογήσουν λύσεις και δομές για την εξάλειψη του φαινομένου.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) είναι το πρώτο νομικά δεσμευτικό περιφερειακό κείμενο που αντιμετωπίζει καθολικά τις διαφορετικές μορφές βίας κατά των γυναικών όπως η ψυχολογική, η παρενοχλητική παρακολούθηση (stalking), η  σωματική, η  σεξουαλική και η σεξουαλική παρενόχληση και μένει να τεθεί σε ισχύ όταν επικυρωθεί από 10 χώρες.

Και ενώ όλα τα παραπάνω (μπορούν να) δρομολογούνται στην Ευρώπη, που υπάρχει σαφώς αυξημένη μέριμνα και ενεργοποίηση σε κοινωνικά θέματα, θα’ χε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία έρευνα για την κακοποίηση των γυναικών σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής σε έναν παγκόσμιο χάρτη για να συνειδητοποιήσουμε (όσο μπορεί να είναι δυνατόν) την έκταση και την πραγματικότητα του προβλήματος σε εντελώς διαφορετικά, πιθανόν ασύλληπτα, μεγέθη.