ΒΙΒΛΙΟΈβριθιγκ λουκς γκουντ

Έβριθιγκ λουκς γκουντ

Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης: Όταν σε επισκέπτεται η θάλασσα και ο Ίγκυ Ποπ. Ένα διήγημα της Νάσιας Διονυσίου.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Τζάμαρος/ FOSPHOTOS

«Και τώρα οι στόχοι για τη νέα χρόνια» φώναξε κάποιος. Πρέπει να ήταν από τους οικοδεσπότες κι αμέσως σηκώθηκαν όλοι με επιφωνήματα κι οι καρέκλες έτριξαν.

Οι καρέκλες ήταν σκαλιστές με κυανό βελούδο στην πλάτη και στο κάθισμα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τέτοιες καρέκλες, ούτε τόσο μαζεμένο βελούδο. Καρέκλες, τραπεζομάντηλα, καναπέδες, κουρτίνες, όλα βελούδινα. Ήταν και τα παράθυρα πολλά κι οι φεγγίτες κι οι μπαλκονόπορτες και ψηλές. Πολλά και τα αστέρια μέσα από τα ανοίγματα και το φως, τα κεριά, οι πολυέλαιοι, τα τζάκια, τα λαμπιόνια στο δέντρο. Ο παπαγάλος ήταν ένας, είχε όμως κιτρινοπράσινα φτερά που έμοιαζαν κι αυτά από βελούδο, στην αρχή αναρωτήθηκε μήπως είναι κέντημα, όμως ο παπαγάλος έκραξε «καλημέρα» κι ύστερα από λίγο ξανά κι ύστερα πάλι. Το ίδιο κι ο Ίγκυ Ποπ «αϊάμ ε πάσεντζερ, αϊάμ ε πάσεντζερ» – από πού κι ως πού ο Ίγκυ Ποπ ένα τέτοιο βράδυ και το ίδιο τραγούδι σ’ επανάληψη;

Σηκώθηκε κι εκείνη από το τραπέζι κοιτάζοντας το μισοτελειωμένο κομμάτι πουτίγκας στο πιάτο της. Πίσω οι πορσελάνινοι δίσκοι με τα μελομακάρονα, τα χιονισμένα τρουφάκια, τη σοκολατόπιττα. Μισοτελειωμένη είχε αφήσει και τη γαλοπούλα, τη σαλάτα με το ρόδι, τις γαρίδες. Ίσως έπρεπε να είχε προτιμήσει γεμιστό ρολό. Την μπέρδεψαν και τα διαφορετικά μεγέθη των μαχαιροπήρουνων, κάποια στιγμή της έπεσε ένα, ο κύριος που καθόταν δίπλα άπλωσε το χέρι του, το μάζεψε και το έβαλε πίσω στο τραπέζι. Ίσως και να την άγγιξε στο πίσω μέρος της γάμπας, μπορεί και όχι, εκείνη πήρε ένα άλλο καθαρό πιρούνι και συνέχισε στο πιάτο της.

Ήταν όλοι ευγενικοί. Φαίνονταν να είχαν γεννηθεί μέσα σ’ εκείνο το σπίτι, σκούπιζαν τα χείλη τους στις λευκές πετσέτες χωρίς να ανησυχούν για τους λεκέδες από το κρασί κι έγερναν πάνω στις φτέρνες των παπουτσιών τους δίχως να φοβούνται μήπως γδάρουν το ξύλινο πάτωμα. Μασούσαν το φαγητό με κλειστό στόμα και την ίδια στιγμή μιλούσαν πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο και ταιριάζοντας το ηχόχρωμα της φωνής τους με το βελούδο και τα φώτα και τα χιονισμένα τρουφάκια. Κι ούτε που έμοιαζε να τους εκπλήσσει τίποτε, το σκαλιστό γείσο, οι καθρέφτες, η ουρά του πιάνου, ούτε καν ο παπαγάλος ή ο Ίγκυ Ποπ, ξανά και ξανά ο Ίγκυ Ποπ «έβριθιγκ λουκς γκουντ τουνάιντ».        

Έτσι όταν κάποιος φώναξε «και τώρα οι στόχοι για τη νέα χρονιά» ήξεραν όλοι προς τα πού να πάνε. Εκείνη τους ακολούθησε, στάθηκαν κυκλικά γύρω από ένα σκαμπό, από πίσω έβλεπε ιριδίζουσες ρεντιγκότες και πλάτες που κατέληγαν σε ποδόγυρους από δαντέλα, οργαντίνα και σιφόν. Η ίδια ήταν ντυμένη μ’ ένα μεταξωτό φόρεμα, το χρώμα της άρεσε, πορφυρό, έτσι της το είχαν πει, αυτή μωβ το ξέρει, κι ένιωθε ωραία που είναι εδώ, σε τούτη τη γιορτή, από τη στιγμή που έλαβε την πρόσκληση, την περίμενε τόσο καιρό, ένιωθε πως εδώ είναι επιτέλους η θέση της.

Ένας ένας ανέβαινε τώρα πάνω στο σκαμπό για να μοιραστεί τους στόχους του. Τι άλλους στόχους να έχουν πια, τα έχουν πετύχει όλα, και μόνο που βρίσκονται εδώ το αποδεικνύει, και πράγματι οι φωνές έλεγαν πόσο ευχαριστημένες ήταν κι ακούγονταν δυνατά λέξεις όπως ευγνωμοσύνη κι ευλογία κι ανταπόδοση, ξαφνικά πετάχτηκε ένα «καλημέρα», και σωστές επιλογές και κόπος και όραμα και μακάρι, δηλαδή οπωσδήποτε, να συνεχίσουν έτσι. Τις ήξερε κι η ίδια αυτές τις λέξεις, είχε εξασκηθεί στον τονισμό, κάτι μεταξύ δυναμισμού και σεμνότητας, και ναι, ήταν έτοιμη, έπιασε το ρυθμό, έσπρωξε με φόρα το δεξί πέλμα πιο βαθιά μέσα στη γόβα, «έβριθιγκ λουκς γκουντ τουνάιντ», ναι εδώ, εδώ επιτέλους, εδώ ακριβώς είναι η θέση της.

Τότε αισθάνθηκε το δάχτυλο του δεξιού της ποδιού να τρυπάει το καλσόν. Εκείνη το κούνησε πάνω κάτω, το δάχτυλο βρισκόταν πια σφηνωμένο μέσα στην τρύπα, στην κάτω κάτω ραφή, εκείνη το τράβηξε πίσω, ύστερα μπρος, η τρύπα μεγάλωσε κι η άκρη του δαχτύλου ακούμπησε στο τραχύ εσωτερικό δέρμα της γόβας. Μα αυτό είναι εφιάλτης! Κόντευε η σειρά της για τους στόχους της χρονιάς, δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ανέβασμα στο σκαμπό, πώς να σταθεί όμως, πώς χωρίς να βγάλει τα παπούτσια της, το σκαμπό ήταν κυανό και βελούδινο, τα τακούνια μυτερά, οι δε σόλες –πώς αλλιώς;– βρώμικες.

Φαντάστηκε αμέσως τον εαυτό της στη μέση του κύκλου, ψηλά, πάνω στο σκαμπό. Εκείνη θα μιλά για το όνειρό της που εκπληρώθηκε και πως θα συνεχίσει με το ίδιο σθένος, ενώ όλοι οι άλλοι θα κοιτάζουν το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της, ένα δάχτυλο χοντρό και στραβό, όλοι θα εστιάζουν μονάχα πάνω σ’ αυτό το δάχτυλο που θα ξεπροβάλλει μέσα από την τρύπα του καλσόν, το οποίο συνειδητοποιεί τώρα πως είναι ένα μαύρο μεταξωτό καλσόν για να ταιριάζει με το πορφυρό μεταξωτό φόρεμα, κάτι που θα κάνει την εικόνα του κακομούτσουνου δαχτύλου μέσα στην τρύπα ακόμα πιο αποκρουστική κι έτσι όλοι θα δείχνουν αυτό το δάχτυλο με ακόμη μεγαλύτερη αηδία. Η ίδια θα βλέπει τα παραμορφωμένα πρόσωπα, τις συσπάσεις των σωμάτων, τα ανασηκωμένα χέρια, στα αυτιά της θα φτάνουν χαχανητά, στην αρχή πνιχτά και ψίθυροι, ύστερα όμως ερεθισμένα γέλια κι άγρια λόγια, κύματα που φουσκώνουν και φτύνουν στα μούτρα της τον αφρό τους.

Μια ολόκληρη θάλασσα θα ξεσηκωθεί, θα ρουφήξει τις βελούδινες πολυθρόνες, τις πιατέλες από πορσελάνη, τη ζάχαρη άχνη, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα αστέρια.

Εκείνη θα συνεχίσει να στέκει μόνη πάνω στο σκαμπό, μουσκεμένη μέσα από τα μετάξια, πια δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, ούτε έξοδος, μόνο μια θάλασσα που δεν κολυμπιέται, μαδημένα κιτρινοπράσινα φτερά κι ο Ίγκυ Ποπ, πάλι τη λάθος επιλογή έκανε, οι άλλοι πώς τα καταφέρνουν πάντα, οι άλλοι πώς τα καταφέρνουν κι επιλέγουν πάντα το σωστό καλσόν;   

Η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου, με τίτλο  «Περιττή ομορφιά», εκδόθηκε το 2017 από «Το Ροδακιό».

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.