Ε Ρ Ω Τ Α Σ  Τ Α Χ Α

της Μυρτιώτισσας

Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό

που έτσι με κάνει να ποθώ

τη συντροφιά σου,

που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ

τα φωτισμένα για να δω

παράθυρά σου;

Έρωτας να ‘ναι η σιωπή

που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις

σφιχτά το στόμα,

που κι όταν μείνω μοναχή,

στέκω βουβή κι εκστατική

ώρες ακόμα;

Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,

με κάποιου αγγέλου τα φτερά

που έχει φορέσει,

κι έρχετ’ ακόμη μια φορά

με τέτοια δώρα τρυφερά

να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,

και καλώς να ‘ρθει το κακό

που είν’ από σένα·

θα γίνει υπέρτατο αγαθό,

στα πόδια σου αν θα σωριαστώ

τ’ αγαπημένα.