ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΔημήτρης Παπαδημητρίου: «Μου αρέσει το λαϊκό τραγούδι, αρκεί να μην είναι ψεύτικο»

Δημήτρης Παπαδημητρίου: «Μου αρέσει το λαϊκό τραγούδι, αρκεί να μην είναι ψεύτικο»

Ο συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στην Popaganda, λίγο πριν τις δύο συναυλίες του στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
Πορτρέτο: Γεράσιμος Δομένικος/ FOSPHOTOS

Με αφορμή την παράστασή του στην Στέγη Του Ιδρύματος Ωνάση, στην οποία αναλαμβάνει να αποτυπώσει μουσικά διάσημα έργα τέχνης , ο συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου μίλησε στην Popaganda για το μουσικό συνονθύλευμα της ζωής του που περιλαμβάνει από κλασική μουσική και αραβικούς ήχους μέχρι ελληνικά λαϊκά τραγούδια.

Συναντηθήκαμε στο Zonar’s, το διαχρονικό στέκι των ανθρώπων του πνεύματος κι εκείνος θυμήθηκε ότι σε ένα από τα πίσω τραπέζια όπου φωτογραφήθηκε για τη συνέντευξη, είχε γίνει η πρώτη του συνάντηση με τους Χατζιδάκι και Γκάτσο, λίγο πριν εγκαταλείψει τη νομική σχολή για χάρη της μουσικής.

Γεννήθηκα στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, όσο η μητέρα μου επισκεπτόταν τον πατέρα μου που έμενε εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, αλλά φύγαμε αμέσως για την Αλεξάνρεια. Εκεί έμεινα μέχρι την Α΄δημοτικού, υιοθετώντας διάφορα ακούσματα. Στο σπίτι συνήθως έπαιζε κλασική μουσική παράνομα, λόγω του ισλαμικού νόμου που απαγόρευε τα ραδιόφωνα. Την ώρα της σιέστας,  ακούγαμε λαϊκά από την Φωνή της Ελλάδος στα βραχέα, με καλλιτέχνες όπως Τσιτσάνης, Θεοδωράκης, Γαβαλάς κ.ά. Είχαμε όμως και αραβικά ακούσματα από πανηγύρια , ενώ σημαντική ήταν η Ουμ Καλσούμ που στο άκουσμά της οι Αιγύπτιοι κλαίγανε και χτυπιόνταν. Η εικόνα ολοκληρώνεται με τις επισκέψεις σε σπίτια ξένων φίλων μας, όπως Καναδοί, Ιταλοί, Εβραίοι, Αμερικανοί που στις γιορτές,  ο ένας καλούσε τον άλλον.

Σαν παιδί, μου δώρισαν μελόντικα και έβγαζα τραγουδάκια που οι υπόλοιποι αναγνώριζαν. Επίσης, στο σπίτι  μιας οικογενειακής φίλης, υπήρχε ένα πιάνο, που για μένα ήταν θησαυρός.  Όποτε πήγαινα, έπαιζα για ώρες. Φαίνεται λοιπόν, ότι κάτι έβγαζα γιατί μια μέρα άκουσα την φίλη μας να λέει στη μητέρα μου «Αυτό δεν είναι η Πολονέζ;».

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος και στενός συνεργάτης του Ωνάση. Ήταν φίλοι, αλλά καυγάδιζαν κιόλας γιατί ήταν αντίθετοι άνθρωποι. Όταν ο  Ωνάσης έβγαινε για τα μπουζούκια, ο πατέρας μου έπεφτε για ύπνο. Κατάφερναν να συναντηθούν τηλεφωνικά στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας των γονιών μου όπου βρισκόταν το τηλέφωνό μας.

Οι Αιγύπτιοι μας απαγόρευαν να φύγουμε, ενώ απαγορευόταν και να εργαζόμαστε. Άρα, αναγκαζόσουν να φύγεις «σκαστός» και χωρίς χρήματα. Καταφέραμε να βγάλουμε ειδικές άδειες από την αστυνομία, δήθεν ότι ερχόμασταν για αναψυχή και επέτρεψαν στον πατέρα μου να πάρει 126 δολάρια.  Από την άλλη, παρόλο που ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικός δικηγόρος της Αλεξάνδρειας, ερχόμενος στην Ελλάδα, υποχρεώθηκε να γραφτεί στη Νομική Σχολή για δύο χρόνια, για να πάρει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Παράλληλα, βρήκε δουλειά σε δικηγορικό γραφείο, τον πρώτο μήνα  από την άφιξή μας, ενώ η μητέρα μου παρέδιδε μαθήματα αγγλικών.

Στην αρχή μείναμε στους Αμπελοκήπους, φιλοξενούμενοι ενός θείου μου.  Μόλις ορθοποδήσαμε ελαφρώς, ο αδερφός μου Γιώργος, πρότεινε να γραφτούμε σε ωδείο παίζοντας με νοικιασμένα όργανα. Επέλεξα πιάνο, αλλά μου έδωσαν μια κιθάρα με σιδερένιες χορδές, ενώ ο αδερφός μου ήθελε επίσης πιάνο και του έδωσαν ακορντεόν. Θυμάμαι τον δάσκαλο να μας  βγάζει στο πεζοδρόμιο που δεν ήταν πάνω από 80 εκατοστά πλάτος για να παίξουμε και τους περαστικούς να περνούν από πάνω μας.

Την πρώτη μέρα στη Νομική Αθηνών, πηγαίνοντας να πάρω τη φοιτητική ταυτότητα, βλέπω έναν πίνακα ανακοινώσεων που έγραφε «ζητούνται συνθέτες για να γράψουν μουσική» με υπογραφή «Θεατρικό Τμήμα Πανεπιστημίωρίσου Αθηνών». Θα ανέβαζαν τον Οιδίποδα Τύρρανο στο Ηρώδειο και ήθελαν κάποιον να γράψει μουσική, παρέα με τον Θύμιο που έγραψε μουσική την προηγούμενη χρονιά, αλλά βαριόταν να την ξανακάνει μόνος του. Έτσι, γνωρίστηκα με έναν σπουδαίο μουσικό μας, τον Θύμιο Παπαδόπουλο.

Οι ηχογραφήσεις του Οιδίποδα γίνονταν στα στούντιο της ραδιοφωνίας. Μια μέρα, ο ηχολήπτης φώναξε τη Ρηνιώ Παπανικόλα. Χωρίς να γνωρίζω ποια είναι, μπήκε μέσα και είπε με απότομη φωνή «Εσύ το έγραψες αυτό; Μου δίνεις την άδεια να το βάλω στην εκπομπή μου;».

Μόλις μου συστήθηκε, τα ‘χασα. Ο Χατζιδάκις άκουσε το κομμάτι από την εκπομπή της και μου έκλεισε ραντεβού, μόνο που έγινε επεισοδιακά. Φτάνω στο σπίτι του και η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ανεβαίνω στον πρώτο όροφο και χτυπάω μια μισάνοιχτη πόρτα. Σπρώχνω λίγο και βλέπω πολύ κόσμο μαζεμένο. Ήταν οι Τσαρούχης, Κουν, Μώραλης, Γκάτσος και πολλοί άλλοι. Μιλούσαν όλοι χαμηλόφωνα. Δεν μου έκανε εντύπωση γιατί θεώρησα λογικό να βλέπω τέτοιες παρουσίες στο σπίτι του Χατζιδάκι. Περίμενα αρκετή ώρα, ώσπου κάποια στιγμή βλέπω έναν σκαφτό μπαγλαμά σε βιτρίνα, με ένα προβολάκι από πάνω. Πλησιάζω και τον ακουμπάω στις χορδές. Ο μπαγλαμάς έκανε πολύ μεγαλύτερο θόρυβο, σε σχέση με την ένταση του αγγίγματος γιατί ήταν καλής ποιότητας. Στο άκουσμα  του μπαγλαμά, σταμάτησαν οι ομιλίες, αλλά ξανάρχισαν. Περίμενα κανά εικοσάλεπτο. Δεν μου μιλούσε κανείς. Έκαναν μόνο χαμηλόφωνα πηγαδάκια. Ξαναπάω στον μπαγλαμά και τον αγγίζω για να δω αν ήταν αληθινό αυτό που άκουσα. Ξαφνικά, ακούω πίσω μου μια φωνή να λέει «Μα επιτέλους κύριε! Ποιος είστε;». Γυρίζω και βλέπω τον Χατζιδάκι, ενώ εκείνος συνεχίζει

«Τι θέλετε εδώ; Ποιος είστε;».

Του εξήγησα ποιος ήμουν και ότι είχαμε ραντεβού.

«Α παιδί μου, είχαμε ραντεβού, ε; Συγγνώμη, αλλά πέθανε η μητέρα μου και σήμερα είναι η κηδεία της» είπε ευγενικά και μου έδωσε νέο ραντεβού στου Φλόκα, στην Πανεπιστημίου, ενώ φεύγοντας μου είπε «Κύριε Δημητριάδη, είστε μουσικός; Ξέρετε μουσική;». Θεωρούσε ότι δεν συμβαδίζει πάντα το να γράφεις με το να γνωρίζεις μουσική.

Φτάνοντας στου Φλόκα βρήκα μόνο τον Γκάτσο. Μετά ήρθε ο Χατζιδάκις και καθόμασταν στα πίσω τραπέζια του σημερινού Zonar’s.  Έτσι έγινε η γνωριμία μαζί τους και συχνά μαζευόμασταν διάφοροι «μικροί» τριγύρω, ενώ στο κέντρο ήταν προσωπικότητες όπως οι Κουν, Τσαρούχης κλπ. Ωραία περιστατικά υπήρχαν πολλά, αλλά όταν αναφέρονται ανεκδοτολογικά,  είναι σαν να καταναλίσκεις αυτές τις προσωπικότητες. Πάντως, μόνο που διασταύρωνες το μάτι σου με αυτά τα μάτια, ήδη ανέβαινες εκατό μέτρα. Επίσης, συχνά έκαναν καζούρα ο ένας στον άλλον, λες κι ήταν γυμνασιόπαιδα. Μπορεί, εκεί που μιλούσαν, να ανέφεραν τρεις λέξεις, συνοδευόμενες από μια ματιά ή από μια παύση, που περιείχαν όλο το νόημα των λεγομένων τους. Ήταν όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά τόσο σπουδαίοι. Ο Γκάτσος που ήταν ο σοφός της παρέας, μπορεί να μην  μιλούσε για δυο ώρες, αλλά ξαφνικά έβγαζε πέντε λέξεις και γκρέμιζε όλη τη σιωπή, κάνοντας όλους να γελάνε για ώρα.

Η μεγαλοσύνη του Γκάτσου, σαν στιχουργός, δεν είναι εύκολα ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Τον στιχουργό μπορείς να τον μετρήσεις μόνο τραγουδισμένο. Το ποίημα είναι ένα σπίτι που κατοικείται ήδη από τον ποιητή. Υπάρχει πολλή μουσική μέσα του, για να προσθέσεις και τη δική σου. Το στιχούργημα είναι ένα ωραίο άδειο σπίτι που περιμένει κάποιον να κατοικήσει, δηλαδή τη μουσική. Διαβάζοντάς το, δεν συνειδητοποιείς τη δύναμή του, αλλά μόλις μπει μουσική, αλλάζει διάσταση. Όταν ένας συνθέτης μελοποιεί ποιήματα, πρέπει να τα έχει καλά με τους ποιητές, γιατί πρόκειται για «συγκατοίκηση».

Κάποια στιγμή μου προτάθηκε να γράψω μουσική για το σήριαλ «Αναστασία». Παράλληλα, μου πρότειναν έναν τραγουδιστή που δεν ταίριαζε καθόλου με το ύφος της μουσικής . Είχα όμως ζωντανό το παράδειγμα της Ελευθερίας που ερμήνευσε Ξυδάκη και Μαμαγκάκη, αλλά και ρεμπέτικα. Είχα και την Λίνα, φίλη και άνθρωπο της γενιάς μου και βγάλαμε τα κομμάτια. Ήταν ευτυχής συνάντηση. Κάναμε σημαντικά πράγματα. Με την Λίνα γνωριστήκαμε όταν ήμασταν φοιτητές. Εκείνη ήταν στην Πάντειο, αλλά ήταν και μέλος της ομάδας Cinetic. Είχαμε έναν κοινό φίλο, τον Μανώλη Παντελιδάκη που μέσω εκείνου κάναμε παρέα με την Λίνα όσο και τον Σταμάτη Κραουνάκη. Μάλιστα, μας παρουσίασε ο Χατζιδάκις στην ίδια συναυλία, το Πάσχα του ’80, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Με την Ελευθερία (Αρβανιτάκη), μπορεί να συναντηθήκαμε πολλά χρόνια πριν γνωριστούμε και να μην το προσέξαμε. Έμενε στον Άγιο Νείλο και κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι όταν ήμασταν παιδιά, χρησιμοποιούσαμε την τζαμαρία της πολυκατοικίας της για τέρμα παίζοντας μπάλα. Όταν αργότερα μου είπε που έμενε, απάντησα εμβρόντητος «Εκεί έπαιζα μπάλα εγώ». Κάποια στιγμή, στη νομική, ερμήνευε κομμάτια μου η περίφημη Γιάννα Κατσαγιώργη που την σύστησα στον Χατζιδάκι και την χρησιμοποίησε στην Πορνογραφία. Κολλητή φίλη της Γιάννας ήταν η Ελευθερία. Με τον Θύμιο Παπαδόπουλο, πήγαμε σε πάρτυ της Γιάννας όπου ήταν και η Ελευθερία, αλλά και πάλι δεν γνωριστήκαμε. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν και λίγο εσωστρεφής εκείνα τα χρόνια. Αργότερα, η Ελευθερία ήταν στη μόδα και εξέφραζε μια περιρρέουσα διανοουμενίστικη αισθητική που κάλυπτε το ρεμπέτικο μέσω της Οπισθοδρομικής Κομπανίας, αλλά παράλληλα μπορούσε να πει κομμάτια σε πιο ποιητική διάσταση.  Ένα βράδυ, ο φίλος μου Απόστολος Δοξιάδης με πήγε στον Απόλλωνα όπου τραγουδούσε η φίλη του Ελευθερία. Το πρόγραμμά της μου άρεσε πολύ. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν μόνη της και πήγαινε εξαιρετικά. Ήταν τότε που βγήκε το Κόκκινο Φουστάνι και πάνω σ’ αυτό χτίστηκαν όλα.

Στην πορεία μου κινήθηκα και σε πιο λαϊκό ύφος, όπως στο soundtrack «Λόγω Τιμής». Μου αρέσει το λαϊκό τραγούδι, αρκεί να μην είναι ψεύτικο.   Έδωσα ένα τραγούδι στον Γιώργο Μαργαρίτη που λέγεται «Η Άννα της Κοκκινιάς» και θεωρώ ότι είναι ένα από τα καλύτερά μου. Άνετα θα του ξανάδινα τραγούδια μου. Είναι αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής.

Δόξα τω Θεώ, έχουμε ακόμα καλούς λαϊκούς τραγουδιστές. Ένα μέρος του κοινού όμως, είναι λίγο μπερδεμένο σχετικά με το τι είναι λαϊκό τραγούδι. Νομίζει ότι πηγαίνει σε λαϊκό μαγαζί πληρώνοντας 10.000€ σε λουλούδια και 250€ για ένα μπουκάλι, ενώ με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να έρθουν 25 άνθρωποι σε μια συναυλία. Αυτό το φαινόμενο γιγαντώθηκε και πήρε διαστάσεις  μη λαϊκές. Ουσιαστικά, η Ελλάδα πάσχει από έλλειψη πραγματικής αστικής τάξης. Ο τρόπος με τον οποίον διοικήθηκε από Ευρωπαϊστές, άφησε στο περιθώριο τη δυναμική της ελληνικής μουσικής γλώσσας. Η «παλατιανή» τάξη  υιοθέτησε  την ευρωπαϊκή αισθητική και μίσησε την λαϊκή γλώσσα. Αντίθετα, ο λαός μίσησε την ευρωπαϊκή γλώσσα και τα πήρε όλα ο σίφουνας της κοινωνικής αντιπαράθεσης. Έτσι, έχουμε από τη μία τον Όθωνα με το πιάνο και απ’ έξω έχουμε κλαρίνα. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αυτό ισχύει ακόμα, και όλοι οι τραγουδιστές που βγαίνουν στις μεγάλες πίστες, ονειρεύονται να ήταν ροκάδες.

Τέλος πάντων, οι αυτοδημιούργητοι της οικονομική ανόδου οδήγησαν το λαϊκό τραγούδι σε υδροκεφαλισμό γιατί δεν είχαν μεγαλοαστική παιδεία. Έτσι, οδήγησαν τα μαγαζιά σε έναν γιγαντισμό σπάζοντας πιάτα και δημιουργώντας μια άλλη αγορά. Πρόκειται για βιοπαλαιστές που απλά θέλουν να χορέψουν ένα ζεϊμπέκικο , αλλά έχουν εκατομμύρια. Ε, αυτό το ζεϊμπέκικο, ξαφνικά γίνεται κάτι άλλο.

Πολλοί θεωρούν ότι κάτι νέο πρέπει να δημιουργηθεί στο τραγούδι σήμερα. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν φταίει το τραγούδι, αλλά το κοινό που δεν είναι τόσο παθητικό στην όλη διαδικασία. Υπάρχει μια εγγλέζικη ρήση που λέει «Beauty is in the eye of the beholder». Νομίζω ότι, όταν υπάρχει αίτημα του κοινού, οι δημιουργοί το αντιλαμβάνονται. Αυτή τη στιγμή νιώθουμε ότι οι άνθρωποι είναι ζαλισμένοι με όσα γίνονται. Μιλούσα πρόσφατα με έναν επιθεωρησιακό ηθοποιό. Με ρώτησε αν παίζω πολιτικά τραγούδια στις συναυλίες μου και  θυμήθηκα ότι έχω πολιτικά κομμάτια, όπως το Σκουπιδαριό, με στίχους του Γκάτσου. Παλιότερα, είχαν πέραση. Ξαφνικά όμως, ένιωσα ότι είναι ψυχρά. Κάποιοι χειροκροτούν, αλλά παραμένουν ανέκφραστοι. Προεκλογικά, ήταν όλοι με τη γροθιά σηκωμένη. Μετεκλογικά, σιωπή. Το ίδιο μου είπε και ο ηθοποιός. Έκανε νούμερα για πολιτικούς και ο κόσμος γελούσε. Σήμερα αναγκάζεται να λέει ανέκδοτα για να γελάσει ο κόσμος. Διανύουμε μια εποχή που γράφονται ωραία τραγούδια από τουλάχιστον εκατό συνθέτες. Πολλοί ανεβάζουν κομμάτια και στο διαδίκτυο, αλλά ο κόσμος δεν τα βλέπει.

Εδώ και κάποια χρόνια, με ενδιαφέρει η ικανότητα που έχει η τέχνη να αυτογονιμοποιείται. Από τη μία, μπορεί να παίρνει από την κοινωνία ερεθίσματα και βιώματα. Από την άλλη, μπορεί να μεταφέρει εμπειρίες εσωτερικά. Ακούς ένα μουσικό κομμάτι και εμπνέεσαι να γράψεις κάτι αντίστοιχο. Σε βάζει σε μια διαδικασία αναζήτησης. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για διαφορετική τέχνη από τη δική σου. Κουβαλάω λοιπόν, διάφορα «σημάδια» από παιδικές «πέτρες»  που ήρθαν από  μεγάλους ζωγράφους. Αυτά τα σημάδια προσπαθώ να σβήσω ή να χαϊδέψω. Έτσι δημιουργήθηκαν εφτά κομμάτια που κατάφερα να εντάξω σε μια ενιαία θεματολογία. Διαχειρίζονται το θέμα του χρόνου με έναν διαφορετικό τρόπο, πιο οικείο προς εμένα. Παρόλο που μεταξύ τους διαφέρουν. Οι ζωγράφοι είναι οι Αϊβαζόφσκι, Πόλοκ, Χόπερ, Μπαίκλιν, Μονέ, Ιακωβίδης. Όλα αυτά, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στις 6 και 7 Μαρτίου.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.