Η μάνα μου είχε διπολική διαταραχή, μια ψύχωση στην οποία δεν υπάρχει πάντοτε η συναίσθηση του μεγέθους της διαταραχής. Όπως πολλοί διπολικοί, όταν ήταν καλά μπορούσε να κόψει τα χάπια μαχαίρι και όταν ήταν χάλια να τα παίρνει διπλά. Φοβόμουν, λοιπόν, ότι μπορεί να ακολουθήσω τον ίδιο δρόμο. Γιατί είχα σημάδια.

Μετά τα Χριστούγεννα του ’08 είχα κάνει ένα ψυχωτικό επεισόδιο, ένα θρησκευτικό παραλήρημα, νόμιζα ότι ήμουν ο Δαλάϊ Λάμα. Επί τρεις μέρες, είχα πάρει τους δρόμους. Μετά το Δαλάϊ Λάμα πέρασα μια φάση που πίστευα ότι ήμουν ο Φύλακας στη Σίκαλη, γιατί εκείνο τον καιρό μετέφραζα κάτι νουβέλες του Σάλιντζερ, οπότε τον έβαλα και αυτόν μέσα στο παραλήρημα. Μετά πίστευα ότι είμαι ο Βούδας και μετά κατέληξα στο Δρομοκαϊτειο όπου με ντόπαραν, ως όφειλαν οι άνθρωποι, σαν το άλογο. Αναγκαστικά με έδεσαν γιατί όταν έφτασα ήμουν σε τέτοια κατάσταση υπερδιέγερσης, που παρόλες τις ενέσεις και την τριήμερη αϋπνία, κατάφερα και βγήκα γυμνός στη λεωφόρο. Μετά από αυτό, τον Φλεβάρη Μάρτη του ’09 έπεσα σε μια κατάθλιψη, τη χειρότερη που έχω περάσει ποτέ, πήγε πολύ άσχημα τρεις μήνες και για μένα και για  τον φίλο μου. Αλλά χάρη στην ψυχοθεραπεία από τη μία και τη δουλειά από την άλλη το ξεπέρασα.

Στις φάσεις της κατάθλιψης αυτό που με έχει σώσει είναι να απασχολώ το μυαλό μου με κάτι άλλο πέρα από την δυστυχία του. Προσπαθώ να είμαι παραγωγικός, με πολύ πίεση βέβαια.

Για κάθε άνθρωπο που έχει περάσει ψυχωτικά επεισόδια, δε μπορείς να αποκλείσεις ότι δεν θα ξανασυμβεί. Γι’ αυτό πηγαίνω ακόμη και κάνω μια συνεδρία συντήρησης το μήνα και παίρνω τα φάρμακα μου σαν καλό παιδί. Ευτυχώς έχουμε πια καταπληκτικά ψυχοφάρμακα, εντελώς side effect free, οπότε μπορώ να πιω και κανένα ποτό. Παρόλο που η σχέση με το αλκοόλ πλέον είναι ένα ποτήρι κρασί την ημέρα. Μου φαίνεται αστείο, γιατί υπήρχε περίοδος που έβγαινα και έπινα εννιά τζιν τόνικ.

Το βιβλίο της Κατερίνας είναι το επιστέγασμα της ενασχόλησης μου με τη μητρότητα, όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τα βιβλία μου.

Όταν γράφω, αυτό που με απασχολεί είναι η μουσικότητα του λόγου, το να πω αυτό που θέλω να πω με όσο το δυνατόν πιο μεγάλη ακρίβεια και ωραίο τρόπο. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις φράσεις για να κυλάνε όμορφα. Αυτό  μάλλον έχει προκύψει από την τρέλα που έχω με τη μουσική.

Μέχρι μια εποχή έκανα το ζωντανό jukebox, μαζευόταν κόσμος στο σπίτι κι έπαιζα στο πιάνο. Με τα χρόνια έχει γίνει και αυτό μια ιδιωτική απόλαυση. Κυρίως επειδή γράφω μουσική. Αν και δεν έχω ιδιαίτερη εκτίμηση για τη μουσική που γράφω.

Δε σκέφτομαι ποτέ τον αναγνώστη όταν γράφω ένα βιβλίο. Τον εαυτό μου σκέφτομαι. Να ικανοποιηθώ. Να ευχαριστηθώ.

Η ραδιοφωνική εκπομπή στο Amagi ήταν το επιστέγασμα της παθιασμένης μου σχέσης με τη μουσική. Για κανένα λόγο δεν πρόκειται να διακόψω ένα κομμάτι, ακόμα και αν κρατάει δεκαεπτά λεπτά. Αυτό για μένα είναι ιερό. Δε μιλάμε όταν παίζει μουσική.

Δε μπορείς να ξεφύγεις από τις θεματικές σου, από τις συγγραφικές σου εμμονές, από αυτά που σε απασχολούν στη καθημερινότητα σου, στη ζωή σου. Ο τρόπος που προσεγγίζεις τον έρωτα, τον φόβο, τον θάνατο, την αγάπη, τον θυμό, το όποιο συναίσθημα αναπτύσσεις και εξετάζεις σε μια αφήγηση, αυτό το πράγμα πόσο να αλλάξει;

_MG_3708_1

Γράφοντας το «βιβλίο της Κατερίνας» ήθελα να αποφύγω αυτό που κάνουν συνήθως τα παιδιά για τους γονείς, είτε αγιογραφίες είτε δαιμονογραφίες. Προσπάθησα να δείξω μία όσο γίνεται πιο αντικειμενική εικόνα της Κατερίνας, γι’ αυτό και την έκανα αφηγήτρια ώστε να μπορέσω να βάλω μέσα στην ιστορία και τον θυμό της και την μικρότητα της. Θα ήταν τελείως ανόητο να γράψω ένα βιβλίο λατρείας και ηρωοποίησης. Ήταν μια γυναίκα που υπέφερε. Κατάφερε να ξεπεράσει ως ένα βαθμό αυτό που τη βασάνιζε χάρη στην αγάπη της για μένα αλλά…

Τις πρώτες ημέρες κυκλοφορίας του βιβλίου με πήρε ο πατέρας μου από τη Θεσσαλονίκη, μπουκωμένος και βουρκωμένος , οπότε το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι συνέβη κάτι κακό. Στην πραγματικότητα ο Τάσος είχε βαλαντώσει με το βιβλίο. Το είχε διαβάσει μονοκοπανιά. «Είναι σαν να άκουγα τη φωνή της Κατερίνας», μου είπε κουβεντιάζοντας εκ των υστέρων.

Το βιβλίο γράφτηκε πάρα πολύ γρήγορα, σε δύο εβδομάδες. Έγραφα γύρω στις δέκα με δώδεκα ώρες κάθε ημέρα. Είχα φτάσει σε ένα σημείο σχεδόν ψευδαισθητικό, σαν να άκουγα τη φωνή της.

Όταν ξεκινούσα, είχα πει στον πατέρα μου: «κοίταξε να δεις, γράφω ένα βιβλίο όπου η Κατερίνα μιλάει. Θες να σε κάνω Νάσο; Τι θες;». Και μου λέει «Όχι, γράψε ό,τι θες». Του λέω «Θα γράψω για τα γκομενιλίκια, θα γράψω για τα πάντα». Μου λέει «Δικαίωμα σου είναι αυτό». Ήταν πάρα πολύ κουλ. Το δικό του και της θείας μου της Ζωής, είναι τα μοναδικά που δεν έχω αλλάξει. Αλλά μη νομίζεις, τα ονόματα είναι πολύ κοντά στα πρωτότυπα.

_MG_3665

Ήταν ξεδιάντροπη η εγκατάλειψη των θείων μου απέναντι στη μικρή τους αδερφή. Τα καψόνια που της έκαναν όταν ήταν μικρή δεν περιγράφονται. Ο μεγάλος ήταν δέκα φορές περισσότερο για δέσιμο. Εντάξει, και τα τέσσερα αδέρφια κατέληξαν με ψυχοφάρμακα αλλά η μάνα μου ήταν ένας άνθρωπος φύσει ανεξίκακος, και άκακος. Μόνο στον εαυτό της έκανε ζημιά και για όση στεναχώρια έδωσε σε μένα και στον πατέρα μου, πραγματικά δεν έφταιγε. Ήταν μια γυναίκα πολύ άρρωστη και ένιωθε φρικαλέες ενοχές για κάθε τι. Αλλά τα αδέρφια τής φέρθηκαν γαϊδουρινά όσο ζούσε και αφότου πέθανε, σε μένα. Ένα χρόνο που έμενα Θεσσαλονίκη στο σπίτι με τον πατέρα μου, οι δυο μας να τρωγόμαστε, δε πάτησαν το πόδι τους, δε σήκωσαν το χέρι να πάρουν ένα τηλέφωνο. Είχα λοιπόν πολύ μεγάλο και δικαιολογημένο θυμό απέναντι τους, είχε και η Κατερίνα, οπότε δε μπήκα καθόλου στον κόπο να το κρύψω. Έβαλα ακόμη και τις φαντασιώσεις που είχε όταν ήταν μικρή, ότι πεθαίνει η αδερφή της.

Δεν γνώρισα τον πατέρα μου παρά μόνο αργά επειδή δούλευε δυο δουλειές. Στα παιδικά μου χρόνια όπως και στην εφηβεία, μου ήταν ένας άγνωστος και ως εκ τούτου υπήρχε περισσότερο η κόντρα ανάμεσα στους δύο άντρες του σπιτιού, τη στιγμή που η γυναίκα είχε διαλέξει από νωρίς στρατόπεδο. Η μάνα μου τον άφησε από νωρίς στα κρύα του λουτρού και ως άντρα τον πατέρα μου. Τον ξε-ερωτεύτηκε με το που γεννήθηκα, κατευθείαν. Της πέρασε τελείως η καψούρα με τον πατέρα μου. Τον αγαπούσε, τον λάτρευε αλλά ο έρωτας της εστιάστηκε αποκλειστικά επάνω μου. Και αυτό δεν είναι εύκολο όταν είσαι ένας άντρας εικοσιεφτά χρονών. Εκ των υστέρων δε μπορώ να κατηγορήσω τους γονείς μου για τα σφάλματα που έκαναν, ήταν μωρά παιδιά.

Υπάρχουν πολύ πιο δύσκολες δουλειές από του συγγραφέα. Όπως η δουλειά του γιατρού. Δε συγκρίνεται η προσφορά εκατό συγγραφέων με τη προσφορά ενός πραγματικά καλού γιατρού.

Τις πρώτες ημέρες κυκλοφορίας του βιβλίου με πήρε ο πατέρας μου από τη Θεσσαλονίκη, βουρκωμένος. Είχε βαλαντώσει με το βιβλίο. Το είχε διαβάσει μονοκοπανιά. «Είναι σαν να άκουγα τη φωνή της Κατερίνας», μου είπε. 

Το ζωτικό μου ψέμα, όταν ήμουν μικρός, ήταν ότι θα κάνω καλά την Κατερίνα. Πίστευα, όπως πολλά παιδιά που παλεύουν με τη ψυχική νόσο, ότι κάποτε θα κατάφερνα να θεραπεύσω τη μάνα μου. Το ότι κατέληξα να σπουδάζω Ιατρική, παρόλο που δεν αποφοίτησα ποτέ, είχε να κάνει με αυτή την απέλπιδα φιλοδοξία. Από κει και πέρα δεν είχα πολλές αυταπάτες. Οι εμπειρίες των εφηβικών μου χρόνων δεν μου επέτρεπαν αυτή την πολυτέλεια. Ωστόσο, αν είχα ένα όφελος ήταν ότι ευαισθητοποιήθηκα απέναντι σε κάτι που για πολλούς είναι ταμπού, ένα ζήτημα φορτωμένο με ενοχή. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια, ακόμα και όταν αυτό τους κάνει τη ζωή δύσκολη. Είναι σαν να έχεις ένα σπασμένο πόδι και από πείσμα να μην πηγαίνεις στον ορθοπεδικό. Για ποιο λόγο;

Υπάρχουν διάφοροι μύθοι, όπως ότι η δυστυχία είναι μοναδική, ικανή και αναγκαία συνθήκη για να γίνει τέχνη. Τρίχες κατσαρές. Υπάρχει τέχνη που την κάνουν δυστυχισμένοι άνθρωποι, υπάρχει εξαιρετική τέχνη που την κάνουν ευτυχισμένοι άνθρωποι. Δεν είναι κατώτερη η τέχνη του Ροσσίνι με το μπελκάντο του, από την τέχνη του Στρίντμπεργκ που υπέφερε. Δε χρειάζεται να είσαι ο αλκοολικός και εν τέλει αυτόχειρας Χέμινγκγουεϊ για να γράφεις τόσο καλά. Ο Φώκνερ περνούσε μια χαρά και έγραφε ακόμα καλύτερα κατά τη γνώμη μου. Όλα αυτά περί καταραμένου καλλιτέχνη, σταμάτησα να τα πιστεύω αρκετά νωρίς.

Δεν υπάρχει ιδανικός γονιός. Όπως δεν υπάρχει ιδανική ζωή.

Ο νεκρός αφηγητής έχει πάντα ενδιαφέρον από την άποψη ότι είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Για τους νεκρούς πιστεύουμε ότι ξέρουν τα πάντα.