Α Π Ο  Τ Ι Σ  Ρ Ι Ζ Ε Σ

του Βύρωνα Λεοντάρη

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ απ’ αγάπη,
αγκάθια μες στο ζαλισμένο αίμα μου κυλούν,
μια φλόγα μου τρυπάει τον ουρανίσκο,
ο άνεμός μου σπρώχνει απάνω το πιγούνι,
ο άνεμός μου αναποδογυρίζει τα μάτια,
είμαι ένα απελπισμένο κύμα μες στη μέση του πελάγους,
που υψώνεται, λάμπει και πέφτει
ως τρέχω μες στη νύχτα και φωνάζω.
Από κραυγή μουδιάσανε τα δόντια μου – Μα εσύ,
αμίλητη περνάς μακριά, στις όχθες τ’ ουρανού,
μέσα σε πέπλα λουλουδιών που πέφτουν απ’ τα δέντρα,
έτσι όπως επέρασες μέσα μου
με τα γλυκά σου πόδια αναστατώνοντας τα ρυάκια των φλεβών μου…

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ απ’ αγάπη.
Τί τρέλα, αλήθεια, τώρα πια να σε φωνάζω!…
Μα θα φωνάζω ωσότου να σκιστούν τα σπλάχνα μου
κι ωσότου να ραγίσουνε τα κόκαλά μου,
μα θα φωνάζω ωσότου από κραυγή ν’ ασπρίσει η νύχτα,
να φέξει ο δρόμος –για να μη σκοντάψεις–
να φέξει ο δρόμος, που σε παίρνει μακριά μου,
ο δρόμος που σε αντλεί από την καρδιά μου.