ΓΕΥΣΗΑυτό θα ήταν το τελευταίο, μεγάλο φαγοπότι μου

Αυτό θα ήταν το τελευταίο, μεγάλο φαγοπότι μου

Εάν σας εξανάγκαζαν αντί για φαγητό να τρώτε χάπια τι θα διαλέγατε ως την τελευταία γευστική απόλαυση της ζωής σας; Ρωτήσαμε 17 άτομα από τον χώρο της δημοσιογραφίας και της τέχνης και εκείνοι απάντησαν φέρνοντας μας λιγούρα.

Άλλη ήταν η αρχική ιδέα, αφού θέλαμε ν’ απευθύνουμε στην παρέα μας το ερώτημα ποιο θα επιθυμούσε να είναι το τελευταίο της δείπνο, κατά το χριστιανικό Last Supper (Μυστικός Δείπνος στα ελληνικά). Θα ήταν μακάβριο όμως και για αυτό το κάναμε χειρότερο. Έρχεται ένα ζοφερό μέλλον όπου ο άνθρωπος θα ζει μέχρι τα 130. Για να διατηρείται καλά θα πρέπει να κόψει τις περιττές τροφές και τις «δολοφονικές» απολαύσεις. Πριν γίνει όμως αυτό θα βγει εντολή από τη «Νέα Τάξη Πραγμάτων» ότι έχουμε ένα τελευταίο γεύμα πριν ξεκινήσουμε τα χάπια, τους αφρούς και τους ορούς. Πρώτο, κυρίως και επιδόρπιο.

Γυναίκες και άνδρες που ξέρουν από καλό φαΐ δέχτηκαν ν’ απαντήσουν ποιο θα ήταν το τελευταίο τους μεγάλο φαγοπότι και ήσαν τόσο πληθωρικοί που σίγουρα από τη μία θα σας φέρουν λιγούρα και από την άλλη θα σας πιάσει κρύος ιδρώτας από τη σκέψη ότι μπορεί όντως να έρθει εκείνη η μέρα. Μια παρατήρηση μόνο! Τόσους ανθρώπους ρωτήσαμε ούτε ένας δεν έβαλε τηγανιτές πατάτες με αυγά μάτια. Παράξενα παιδικά χρόνια θα είχαν. 

The wing or the thigh, 1976

Μια κακαβιά μαγειρεμένη σε καΐκι, της Νένα Δημητρίου

Το στενάχωρο σε αυτό το σενάριο είναι πως θα μου στερήσει εκτός από τη γεύση και την διαδικασία του φαγητού, τη βόλτα με φαγητό, που απολαμβάνω όσο οτιδήποτε (π.χ. σουβλάκι στο χέρι και περπάτημα,«βρώμικο» στο αυτοκίνητο κλπ). Τα τελευταία μου θα ήθελα να είναι: 

Πρώτο πιάτο: κακαβιά μαγειρεμένη σε καΐκι, να την τρώω στα ανοιχτά στη θάλασσα.

Κυρίως πιάτο: Γεμιστά – κυρίως ανθούς- από τον ξυλόφουρνο, δίπλα γιαούρτι και πατάτες τηγανισμένες σε γκάζι, στο χωριό Καπετανιανά, στα Αστερούσια Ορη, στο εστιατόριο του ξενώνα Θαλόρη που έχει να αγναντέψεις βουνό και θάλασσα.

Επιδόρπιο: Ένα μεγάλο μπολ παγωτό φουντούκι (nocciola) από το Choco Latte Milano στον Άλιμο ( Λεωφ. Αλίμου 53). Θα το έτρωγα στο τέρμα του Λαιμού, στην Βουλιαγμένη -στο ξέφωτο που αράζουν τα αυτοκίνητα και έχει μαζεμένα τα πολλά γατάκια. 

Η Νένα Δημητρίου είναι δημοσιογράφος. 

Eat Drink Man Woman, 1994

Μια margherita στη Νάπολη, της Νάντιας Μασσαχού

Πόσο σατανική σκέψη, Θεέ μου! Ούτε εικόνα δεν θέλω να κάνω μια ζωή στερημένη από τη μεγαλύτερή της απόλαυση. Το τρόλεϊ, μ’ εκείνο το δευτερόλεπτο-όνειρο όταν το καπάκι ανοίγει και σου αποκαλύπτει μια πανδαισία τυριών, στη μαγική αυλή της Σπονδής (θα είναι καλοκαίρι, κατά προτίμηση Ιούνιος για να μην κάνει πολύ ζέστη) είναι ο ιδανικότερος πρόλογος του τελευταίου μου δείπνου.

Τώρα, για το «κυρίως», μια λίστα πιάτων περνά σε time lapse από το μυαλό μου. Η ανάγκη όμως του να επιλέγεις μόνο ένα, αφενός δεν είναι το φόρτε μου, αφετέρου δεν καταλαβαίνω και τη χρησιμότητά της. Αυθόρμητα, θα κατέληγα στη νοστιμότερη πίτσα της ζωής μου, μια τεράστια margherita που ξεπερνά το μέγεθος του πιάτου της, σε μία κρυμμένη, χωρίς όνομα, πιτσαρία του ιστορικού κέντρου της Νάπολης, με πλαστικά τραπέζια και καρέκλες, που συνήθιζε να με πηγαίνει ο μπαμπάς μου. Η στιγμή που την κάνω φάκελο και τη δαγκώνω, έχει χαραχτεί μέσα μου ως ιερή. Φαντάζομαι βέβαια ότι για να φτάσουμε στο επίπεδο να τρεφόμαστε με χάπια και ορούς, θα έχουμε και τη δυνατότητα να διακτινιστούμε όπου θέλουμε μέσα σ’ ένα και μόνο βράδυ. Αν όχι, το Catari στη Μύκονο σερβίρει μία από τις νοστιμότερες Margherita Bufala που έχω δοκιμάσει.

Και μιας και μιλάμε για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, θα άνοιγα ξανά, για ένα μόνο βράδυ, το επικό μυκονιάτικο Gola για εκείνο το ανεπανάληπτο ριζότο με σπανάκι και γαρίδες, που όταν πρωτο-δοκίμασα σκέφτηκα πως αν ο Θεός κατέβαινε για μια μέρα στη γη, αυτό το πιάτο θα ζητούσε.

Η τάρτα αχλάδι του Cookoovaya θα ήταν το επιδόρπιό μου, όμως μετά θα έπαιρνα από το Le Greche μια μπάλα pistachio και μια nocciola (γιατί κλασικά δεν θα μπορούσα να επιλέξω ποια θέλω περισσότερο). To (οριστικό) τέλος, θα γραφόταν στο σπίτι, με το κορυφαίο τιραμισού της μητέρας μου να με παρηγορεί για την επόμενη ημέρα.

Η Νάντια Μασσαχού είναι αρχισυντάκτρια στο greekguide.com 

I Am Love 2009

Αντί για γλυκό ένα  πεϊνιρλί σπέσιαλ με λουκάνικο…, του Marko Rossi

Για πρώτο 3 πιτόγυρα απο τις γυναίκες στο Κουκάκι με το που ανοίξουν, δηλαδή γύρω στις 6 που βγαίνει ο πρώτος ξεροψημένος γύρος. Μετά 1 κιλό προβατίνα παϊδάκι στη Βοσκοπούλα στη Λαμπρινή. Τέλος, αντί για γλυκό θα προτιμήσω ένα πεϊνιρλί σπέσιαλ με λουκάνικο, αυγό, κιμά, ζαμπόν, τυρί μπέικον και πολύ βούτυρο από το μπάρμπα Σταύρο στη Δραπετσώνα. 

Μ’ ενα μπιφτέκι ολόπαχο, της Κωνσταντίνας Μιχαήλ 

Δύο ειδών γεύματα:

1. Μαμαδίστικο: χορτόπιτα με συνδυασμό γιαουρτιού πλούσιου στραγγιστού και ντολμαδάκια μ’αμπελόφυλλα γιαλαντζί. Τηγανητές πατάτες πασπαλισμένες με ένα λιπαρό τυρί να λιώνει μ’ ενα μπιφτέκι ολόπαχο ή ένα κομμάτι παστιτίσιο. Ποτό: τσίπουρο γι’αρχή και στη συνέχεια ένα κόκκινο ελληνικό κρασί

2. Θαλασσινά: ταραμοσαλάτα, κάποιο ψαρικό σεβίτσε, αχινοσαλάτα, ελιές και πράσινη σαλάτα. Κι έπειτα τηγανητά καλαμαράκια κι ένα ωραίο φρέσκο ψάρι. Κι εδώ ξεκινάμε και τελειώνουμε με ρακί κι ίσως εν διάμεσα ένα λευκό ασύρτικο κρασάκι.

Τα ‘χω έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ είναι ηθοποιός. 

Marie Antoinette, 2006

Το τέλος θα είχε σοκολάτα, του Σπύρου Παγιατάκη

Αρχικά θα ήθελα να πω ότι αν έρθει μια τέτοια μέρα, τότε εγώ σίγουρα θα πάρω τα βουνά ή θα βρω τρόπο να αλλάξω πλανήτη! Το φαγητό είναι μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Δεν είναι μόνο η γεύση ή το να φας κάτι απλά γιατί πείνασες. Θα ήθελα για πρώτο να φάω ένα ριζότο με πορτσίνι και μια ωραία ζουμερή μπριζόλα rib eye για τη συνέχεια, αλλά αφού μιλάμε για το τελευταίο γεύμα ever δεν θα ήθελα να είναι γκουρμέ αλλά comfort!

Για πρώτο μία πίτσα με πολύ μοτσαρέλα και παρμεζάνα. Για τη συνέχεια 2 πιτόγυρα με έξτρα τζατζίκι και μια καρμπονάρα. Το τέλος θα είχε σοκολάτα. Μάλλον μια ζεστή τάρτα πικρής σοκολάτας με παγωτό βανίλια.

Ο Σπύρος Παγιατάκης είναι διευθυντής στο Enlefko 87,7. 

The Cook, the thief, his wife and her lover, 1989

Για αρχή μια 6άδα άγρια στρείδια, της Θάλειας Τσιχλάκη

Για αρχή μια 6άδα άγρια στρείδια, εκείνα τα στρογγυλά κι επίπεδα που μοιάζουν με οπλές αλόγου, γιατί με συνεπαίρνει η απαλή υφή τους κι η ιωδιούχα γεύση τους που σε διακτινίζει στους βυθούς των ωκεανών, από όπου ξεκίνησε η ζωή. Με ένα ποτήρι σαμπάνια, όμως, μια κλασική cuvée, όχι χρονολογημένη ή ένα βυθισμένο Θαλασσίτη- Gaia Wines, γιατί αυτά τα δυο κρασιά τους ταιριάζουν γάντι.

Και μετά την «απόλυτη πράσινη σαλάτα» που θα συνδυάζει όλα τα φυλλώδη λαχανικά με τα μυριστικά, τις μικρές αγκινάρες και εσπεριδοειδή, με πικρά και τραγανά χόρτα, όλη τη φύση που θα στερηθώ, με εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο και λεμόνι.

Για να καταλήξω σε μια φέτα στιλπνό και απαλό φουά γκρα, βρασμένο στον ατμό -τυλιγμένο σε πετσέτα. Όσο πιο απλό και “πολιτικώς ανορθόδοξο” γίνεται. Δίπλα του ένα ποτήρι Μοσχάτο Ρίου Πατρών Παρπαρούση.

Και αν επιμένεις, στο επιδόρπιο: μικρές, κερκυραϊκές φράουλες, Μάϊου- Ιουνίου, σκέτες.

Η Θάλεια Τσιχλάκη είναι δημοσιογράφος στο FNL. 

Delicatessen, 1991

Φαγητό από το σπίτι, του Στέλιου Σοφιανού

Το φαγητό είναι σπίτι. Είναι και μνήμη, αλλά σε μια τέτοια (κακιά) στιγμή είναι βέβαιο ότι θα με προδώσει. Ευτυχώς θα υπάρχει το αειθαλές popaganda.gr στο οποίο θα ανατρέξω. Σήμερα, λοιπόν, που πρέπει να απαντήσω, η βραχεία επεισοδιακή μνήμη μου, κάνει μεγάλη όρεξη για:

Πρώτο πιάτο: Σαρμαδάκια της μαμάς Δώδου (Θεσσαλονίκη) και φέτα «Τσιάκα» (Σπερχειάδας)

Δεύτερο πιάτο: Μοσχαράκι λεμονάτο, με κόλιανδρο και δάφνη. Συνοδευτικό: πουρές γλυκιάς κολοκύθας. Της Μαρίας η συνταγή εδώ

Επιδόρπιο: Παγωτό. Σοκολάτα γάλακτος, αυτή του «Παύλου», αν έχει τελειώσει συμβιβάζομαι με Bartocci. Συν ένα καφέ ριστρέτο (για να τον περιχύσω στο παγωτό βεβαίως).

Όλα τα παραπάνω δεν θα έχουν καμία απολύτως αξία αν δεν τα συνοδεύσω με επιτόπιες αναρτήσεις στο “Instagram” του τότε. Θα είναι η δική μου κάψουλα του χρόνου, μια κληρονομιά της γενιάς «πρώτα φωτογραφίζουμε και μετά τρώμε» προς τα ρομπότ – τα μόνα «όντα» που θα μπορούν να ζήσουν με τα “φαγητά” που αναφέρετε (ή και χωρίς αυτά, το ίδιο κάνει).

Να μη ξεχάσω τη λεζάντα: AI φαγωθείτε!

Ο Στέλιος Σοφιανός είναι storyteller, Managing Partner Brainband Studio. 

Στην κουζίνα της μαμάς μου, της Μαρία Πετρίτση 

Την παραμονή του Τέλους της Γεύσης ο κόσμος θα είναι ταραγμένος. Δεν είναι λίγο να χάνεις οριστικά μία από τις πολύτιμες πέντε αισθήσεις που γενναιόδωρα σου χάρισε η Φύση. Εστιατόρια, καντίνες, κουζίνες, ουζερί, θα θυμίζουν χώρους λαϊκού προσκυνήματος για απεγνωσμένους πιστούς, λίγο πριν κλείσουν για πάντα.

Την παραμονή του Τέλους της Γεύσης θέλω να βρίσκομαι στην κουζίνα της μάνας μου και από τα χέρια της να φάω το τελευταίο μου γεύμα χαράς. Ένα χταπόδι με τέλεια χυλωμένο ζυμαρικό, μια χορτόπιτα με μυρωδικά ευεξίας, κι έναν χαλβά σταρένιο, ευωδιαστό, με κανέλλα, αμύγδαλα και χρυσό χρώμα. Έτσι θα αποχαιρετήσω τη χαρά του φαγητού, και θα έχω να θυμάμαι πως υπήρξα τόσο τυχερή ώστε να ξέρω τι σημαίνει Γεύση.

Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. 

Grande bouffe, 1973

Το παστίτσιο της μαμάς μου, του Kωνσταντίνου Δαγριτζίκου

Σκατά. Σκατά. Σκατά.

Όχι να τα φάω, αλλά να τα φωνάξω, αμέσως πριν χρειαστεί να φάω το τελευταίο μου whole food γεύμα. Κάποια μεγάλη μαλακία κάναμε (όλοι μαζί σαν είδος), οπότε ας φάω για κυρίως το Παστίτσιο της μαμάς μου στο σπίτι μας το πατρικό στη Νέα Ιωνία.

Για επιδόρπιο ένα Τσουρεκάκι από Τα Γιούλια και για πρώτο μία DIY αυτοσχεδιαστική πρασινάδα μιξ Ζαΐρας με πρώτη ύλη βιοκρεμμύδας.

Αλλά καλύτερα πριν γίνει αυτό, να δώσουμε μία γερή σφαλιάρα ο καθένας στον εαυτό του (τώρα αμέσως), να δούμε κατάματα τις επιλογές μας και να σκεφτούμε, να επιλέξουμε, να αλλάξουμε.

Ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος είναι καλλιτeχνικός διευθυντής του six d.o.g.s 

Το πρώτο θα ήταν μια καλοκαιρινή ντομάτα κομμένη στην μέση με λίγο χοντρό αλάτι, το κυρίως μακαρόνια με κιμά και το επιδόρπιο μου θα ήταν μακαρόνια με κιμά. Ορφέας Αυγουστίδης, ηθοποιός.

 Ψωμοβούτες στη χωριάτικη, της Λυδίας Παπαϊωάννου

Θα πήγαινα με την παρέα μου σε μια ψαροταβέρνα -ιδανικά σε νησί, αλλά και στην Αθήνα προς Μαραθώνα δεν έχω πρόβλημα- αρκεί να πατάνε οι πατούσες στην άμμο. Εκεί θα το καίγαμε, κυρ Στέφανε, με τυροκαυτερή, πατάτες τηγανιτές, ψωμοβούτες στη χωριάτικη, τζατζίκι, ούζο, μπύρες κ.ο.κ. Για επιδόρπιο θα έτρωγα παγωτό από το ψυγείο της ταβέρνας. Ή θα πήγαινα σε κάποιο παγωτατζίδικο της περιοχής για βάφλα σοκολάτα-φράουλα με σιρόπι σοκολάτα και τριμμένο μπισκότο. Δεν έπρεπε να με ρωτήσετε τέτοιο πράγμα μεσημεριάτικο δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά θέλω να φύγω από το γραφείο.

Η Λυδία Παπαϊωάννου είναι Coconut Content Company founder.

Για επιδόρπιο τρίγωνα πανοράματος Ελενίδη,  της Ροζίτα Σπινάσα

(α) Πρώτο πιάτο: πατσάς ψιλοκομμένος με σκορδοστούμπι ξίδι πιπέρι και μπούκοβο, (β) Κυρίως: μακαρονάδα με θαλασσινά και ούζο και (γ) Επιδόρπιο: τρίγωνα πανοράματος Ελενίδη και ζεστή σοκολατόπιτα με παγωτό βανίλια – εδώ κλέβω, αλλά τελευταίο δείπνο είναι αυτό. Πού; Θα έλεγα σε μπαλκόνι κυκλαδίτικο, αλλά δεν κολλάει ο πατσάς. Οπότε, σε πλακόστρωτη αυλή ταβέρνας, καλοκαίρι (έκοψα τη θέα στη θάλασσα).

Αυτά θα έτρωγα, και μετά λογικά θα ξέρναγα. Εδώ το έκανε ο Λούκουλος για την πλάκα του, κι εγώ στο τελευταίο δείπνο (δεν) θα μασήσω;

H Ροζίτα Σπινάσα είναι συγγραφέας. 

Soul kitchen, 2009

Και στο τέλος «βρώμικο» στη Μιχαλακοπούλου, της Ίριδας Λαμπροπούλου

Λοιπόν. Τα Πολλά λόγια είναι Φτώχεια και το Φαγητό Απόλαυση. Γι’ αυτό και το γεύμα μου δεν θα ήταν μονάχα σ’ ένα μέρος άλλα σε τρία διαφορετικά.

Πάμε…

Επειδή δυστυχώς δε μπορώ να ταξιδέψω εξωτερικό (Σικελία-Γαλλία) θα κινηθώ πονηρά στην όμορφη Αθήνα. Θα γίνει λοιπόν αντίστροφη γευμάτων. Έτσι για την όρεξη.                                   

Πρώτα μια στάση από Κωνσταντινίδη για ένα αφράτο-μεγάλο-λευκό κομμάτι «μιλφέι». Στη συνέχεια μεταφέρομαι μέχρι τα Πετράλωνα, στο Άστερ. Εκεί παίζω κάθε φορά με το μενού που προτείνει ο σεφ. Ξεκινώ με μια σαλάτα φακής με σολομό συνοδευόμενη από ρακί και στη συνεχεία το κυρίως είναι κάποιο κομμάτι κρέας medium-rare. Γιαααααμιιι!  Υπάρχει και γλυκό φυσικά αλλά ίσα ίσα για να τελειώσει ωραία το γεύμα. Δυο κομμάτια κορμού με salted caramel από πάνω.                                                               

Αφού λοιπόν έχω γευματίσει πλήρως θα χρειαστεί να ολοκληρώσω το γεύμα μου πριν ξεκινήσω τις placebo τροφές. Ένα επιδόρπιο πρέπει να είναι αλμυρό. Και δεν υπάρχει καλύτερο, πιο «άρρωστο» μέρος απ’ την καντίνα στη Μιχαλακοπούλου για «βρώμικο». Μονάχα μια συμβουλή. Επειδή υπάρχει και μια υπερβολή στο γεύμα μου (μιας και είναι το τελευταίο) καλό θα ήταν να υπάρχουν μερικές σόδες στο σπίτι.                                      

Η Ίρις Λαμπροπούλου είναι ηθοποιός. 

Κυρίως πιάτο: Φυσικά τον κουβά από το KFC, του Κώστα Καπετανάκη

Θα ήταν  πολύ σοκαριστικό για κάποιον φανατικό foodie και  λαίμαργο σαν εμένα (που ακόμα και στην προ internet εποχή ταλαιπωρούσα την παρέα μου κάνοντας έρευνες ωρών  για το που θα κάτσουμε να φάμε αρνούμενος να δεχτώ ότι θα φάμε στα τουριστικά σικ λιμανίσια ταβερνάκια ψάχνοντας πάντα  κάτι πιο ψαγμένο στα βουνά και τα λαγκάδια )να τρώμε στο μέλλον συμπληρώματα και χάπια και αντί για πραγματικό φαγητό

Αν ξεπερνούσα λοιπόν το αρχικό σοκ της υποχρεωτικής σίτισης σε σωληνάρια θα επέλεγα:

Για πρώτο πιάτο αδιαμφισβήτητα μια σαλάτα από τα χέρια του Γιάννη Λουκάκη της Μούργας  μαύρες ντομάτες, πυκτόγαλο,παξιμάδι,ελαιόλαδο και φρέσκια ρίγανη 5 υλικά όλα κιόλα αλλά με τα χαρακτηριστικά στοιχεία  που μαγειρεύει ο Γιάννης εποχικότητα υλικών και άριστες πρώτες ύλες χωρίς πολλές φανφάρες και ψεύτικους εντυπωσιασμούς

Κυρίως πιάτο: Φυσικά τον κουβά από το KFC. 20  καυτερές φτερούγες κοτόπουλο με σάλτσα μπάρμπεκιου  Ούτε ταλιάτες, ούτε μωβ πατάτες Περού μόνο τηγανίτες φτερούγες και πατάτες  με φουλ trans λιπαρά και δεν δίνω και σε κανέναν Δεν είναι τυχαίο ότι είναι το  γεύμα που επιλέγουν οι περισσότεροι θανατοποινίτες στις ΗΠΑ.

Επιδόρπιο: επειδή το #bougatsan είναι κρέμα και θα βγει σίγουρα σε σωληνάριο θα επιλέξω ένα γαλακτομπούρεκο Γαλυφιανάκη. Μάλλον ένα ολόκληρο ταψακι (το μικρό των 6 κομματιών ).

Σίγουρο μαζί με το γλυκό  και έναν εσπρέσο και μαζί με τα πρώτα  Μαλαγουζιά Γεροβασιλείου

Ο Κώστας Καπετανάκης είναι ο εμπνευστής της αλυσίδας Estrella World Street Food.

Cool Hand Luke, 1967

Πρώτο πιάτο ρολά καπνιστού σολομού με τυρί κρέμα, της Πέλα Σουλτάτου

Σκηνικό κόπι πάστε από το φιλμ «Εντιμότατοι φίλοι μου», οι πιο αγαπημένοι φαρσέρ ομόταβλοι στο ύστατο δείπνο. Πασπαλίζουμε μεγαλοαστική ευωχία, όπως στο σπίτι των Έκνταλ του «Φάνυ και Αλέξανδρος». Θα χρειαστούμε μια πρέζα υπερφαγίας από τους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας». Μην παραλείψουμε στα υπνοδωμάτια πλάνα  από swingers club, ακριβώς όπως στην ταινία  του Μάριο Μονιτσέλι.

Πρώτο πιάτο για μένα ρολά καπνιστού σολομού με τυρί κρέμα. Δώδεκα παρακαλώ. Και μύδια με πάπρικα και μυρωδικά. Έχουμε και τα υπνοδωμάτια κατόπιν. Όπως έρχεστε, δε φέρνετε και μια βελουτέ σουπίτσα λαχανικών με λίγο τζίντζερ;

Κυρίως πιάτο θα τσιμπήσω, δε θα φάω πολύ. Μια αστακομακαρονάδα. Και χταποδάκι στα κάρβουνα. Και σουπιές με σπανάκι. Βάλτε και πρασινάδα. Αβοκάντο εξάπαντος, που παχαίνει.

Για επιδόρπιο ό,τι υπάρχει σε σοκολάτα. Από μωσαϊκό μέχρι  σουφλέ. Με κώνειο. Αν δεν διαθέτετε, μπορείτε να προσθέσετε στρυχνίνη.

Η Πέλα Σουλτάτου είναι συγγραφέας. 

Μια ωραία σαλάτα ταμπουλέ για πρώτο, της Ευγενίας Δημητροπούλου

Μου είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω,να επιλέξω ανάμεσα στα αγαπημένα μου πιάτα που μόνο που τα σκέφτομαι, μου έρχεται η γεύση τους στο στόμα μου. 

Όμως αν κατάφερνα να επιλέξω ίσως να ήταν μία ωραία σαλάτα ταμπουλέ για πρώτο, κανελόνια με κιμά και κόκκινη σάλτσα από πάνω για κυρίως και για επιδόρπιο σίγουρα θα ήταν μία ωραία bitter σοκολατίνα αρωματισμένη με πορτοκάλι. Πείνασα ήδη.

Η Ευγενία Δημητρολοπούλου είναι ηθοποιός. 

Big Night, 1996

Να τελειώσουμε μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό, του Δημήτρη Ρουσουνέλου

Δυο αρμυρίκια στη σωστή θέση, μια αιώρα να τα συνδέει και παφλασμός κύματος. Εκεί θέλω!
Για ορεκτικό, μια φέτα ψωμί προζυμένιο, με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και λιαστό μπελτέ.
Κυρίως πιάτο, μια extra large μερίδα χτεσινό παστίτσιο. Kατευθείαν από το ψυγείο παρακαλώ.
Επιδόρπιο σαν επιμύθιο:

Αν είναι να τελειώσουμε με την απόλαυση του αληθινού φαγητού, τότε γλυκό κουταλιού μελιτζανάκι,  μόνο αυτό.  Κρουστό, μικρόκαρπο, με το μοσχοκάρφι του μπηχτό και από τις χαραγματιές στην λαμπερή του επιδερμίδα να μπαίνει το σωτήριο σιρόπι, ν’ αγκαλιάζει το αμυγδαλάκι το γεγυμνωμένο και να ισορροπεί την όποια πίκρα έχει απομείνει στη σάρκα.  Λένε πως η υπερκατανάλωση μελιτζάνας, πιο πολύ και από «το πολύ του έρωτα…» γεννά παραφροσύνη. 

Αν προλαβαίνω θα ήθελα και ένα ποτήρι κρύο νερό παρακαλώ, natural, τι άλλο… Venceremos!

Ο Δημήτρης Ρουσουνέλος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος στο Γαστρονόμο. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.