popaganda_don_draper_finale

Όπως συμβαίνει και με κάθε ευρείας αποδοχής σειρά που δεν απευθύνεται σε στοχευμένο, «εναλλακτικό» κοινό με cult προδιάθεση, είναι μάταιη κάθε απόπειρα σκιαγράφησης του προφίλ ενός ή μιας χαρακτηριστικής οπαδού του Mad Men (να’ μαστε καλά να το θυμόμαστε). Μπορεί να πει κανείς όμως, οτι όσοι παρακολούθησαν τα 92 επεισόδια (και ειδικά ένα – ένα κάθε βδομάδα, σαν πειθαρχημένα πρεζάκια σε μόνιμη φάση προσμονής) συνιστούν μια μεγάλη λέσχη ψεκασμένων από το εθιστικό mood της σειράς. Κι όσες άλλες σειρές κι αν είχαν δει και συνδεθεί συναισθηματικά, γι αυτήν άφηναν πρόθυμα την ψυχρά αντικειμενική κρίση στο βεστιάριο της λέσχης, πριν ξεκινήσει η προβολή. Ναι, δεν έπιασε ίσως ταβάνι όπως οι Sopranos, το Wire ή το Breaking Bad – δραματικές σειρές που βασίστηκαν αφηγηματικά εκτός των άλλων και στη χρήση βίαιης δράσης – προσωπικά πάντως, είχα να εμπλακώ τόσο με τα καθέκαστα ενός γκρουπ χαρακτήρων από την εποχή του Six Feet Under. Παρόλο που τόσο εκείνο το αξέχαστο ναρκοπέδιο προσμονών όσο και το Mad Men έχουν δεχτεί τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «σαπουνόπερα πολυτελείας». Ή μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, ακριβώς γι αυτό. Ναι ρε, σαπουνόπερα πολυτέλειας, φέρτε κι άλλες τέτοιου επιπέδου να τις καταπιούμε αμάσητες.

«Η αλήθεια ωραία ειπωμένη». Αυτή είναι και η ουσία της σειράς. Ο Ντον Ντρέιπερ, ο οποίος παρά τις ευαισθησίες, τα υπαρξιακά άγχη, τους δαίμονες, τη βαριά μοιρολατρία του, παραμένει ως το τέλος διαφημιστής, αγωγός ενός κενού οράματος παρόλο που είναι φανερό οτι αυτό δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις σπάνιες και μοναδικές στιγμές αληθινής επικοινωνίας, επαφής, αγάπης. 

“Truth well told” – «Η αλήθεια ωραία ειπωμένη». Αυτό ήταν το σλόγκαν του διαφημιστικού κολοσσού της McCann/Erickson την εποχή που διαδραματίζεται η σειρά. Αυτή είναι επίσης και η ουσία της σειράς. Τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες που πουλάει ο Ντον Ντρέιπερ, ο οποίος παρά τις ευαισθησίες, τα υπαρξιακά άγχη, τους δαίμονες, τη βαριά μοιρολατρία του, παραμένει ως το τέλος διαφημιστής, αγωγός ενός κενού οράματος παρόλο που είναι φανερό οτι αυτό δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε ως placebo, τις σπάνιες και μοναδικές στιγμές αληθινής επικοινωνίας, επαφής, αγάπης. Ο Ντον είναι διαφημιστής, διπρόσωπος (κυριολεκτικά, αφού έχει ζήσει δύο διαφορετικές ζωές με δυο διαφορετικά ονόματα), και κάτα πάσα πιθανότητα διπολικός με σύγχρονους κλινικούς όρους. Εν πάσει περιπτώσει όμως, γνωρίζει οτι η περιστασιακή απαξίωση του Αμερικανικού Ονείρου (επιτυχία χωρίς περιορισμούς, ευτυχία χωρίς προυποθέσεις, και πολλά λεφτά) δε σημαίνει και αποκαθήλωσή του.

Γνωρίζει επίσης, ήδη από τότε – όταν ακόμα ήταν στα σπάργανα το μάρκετινγκ της ποπ νεανικότητας – οτι υπάρχει πολύ ψωμί στην εμπορική αφομοίωση στοιχείων της λεγομένης αντικουλτούρας, όπως αυτή παρουσιάζεται να εξελίσσεται στα επτά τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’60, παράλληλα με τους επτά κύκλους της σειράς. Όχι οτι ο Ντον Ντρέιπερ θα μπορούσε να ασπαστεί ακόμα και τα πιο επιφανειακά απότοκά της: στους τελευταίους κύκλους μοιάζει να περιφέρεται ως early 60s πρόσφυγας σ’ ένα κόσμο που γεμίζει σταδιακά από παρδαλά χρώματα, μουστάκια, φαβορίτες, μούσια, καμπάνες και σανδάλια. Στο μυαλό του – αλλά και στην πραγματικότητα γιατί όλα είναι στο μυαλό – είναι μοιραίος loner αν και σχεδόν πολύτεκνος, άντρας παντός καιρού αλλά και εκτός εποχής, παρόλο που λαχταρά κι αυτός να προσγειωθεί κάπως κάπου κάποτε σε μια σχέση με προοπτική τύπου «να βαδίσουμε αγκαλιά προς το λυκόφως». Σε μια άλλη ζωή ίσως – ή και σ’ αυτή, δεν ξέρεις καμιά φορά.

Πέρασαν από τη σειρά πολλοί ενδιαφέροντες χαρακτήρες για τους οποίους δεν βρέθηκε ο χώρος να αναπτυχθούν περαιτέρω (σημαντική η χωροταξία χαρακτήρων στη δομή των σύγχρονων σίριαλ). Αυτοί όμως που προβλήθηκαν στην αρχή ως βασικοί, παρέμειναν τέτοιοι ως το τέλος και είναι με αξιολογική σειρά: Ο Ντον/Ντικ, η Πέγκι, ο Ρότζερ, η Μπέτι, η Τζόαν, κι ο Πίτερ, και περισσεύει μια θέση που μπορεί να τοποθετήσει κανείς όποιον άλλο νομίζει (προσωπικά θα έβαζα τον Σταν, που εκτός των άλλων, υπήρξε ο πιο ισορροπημένος όλων τελικά, αλλά αυτό είναι και λίγο series finale spoiler). Αν εξαιρέσει κανείς τη σεναριακή κακοποίηση που σαδιστικά και συστηματικά υπέστη η Μπέτυ, οι πρωταγωνιστές του δημιουργήματος του Μάθιου Γουάινερ, στάθηκαν ως πρόθεση τουλάχιστον, αντάξιοι των περιστάσεων, ακόμα κι όταν οι αποφάσεις και οι συμπεριφορές τους υπήρξαν αμφιλεγόμενες, ειδικά από τη δική μας, υπεράνω, σύγχρονη ματιά. Έχουν άλλωστε το ελαφρυντικό – ειδικά οι γυναίκες – μιας «τόσο κοντά, τόσο μακριά» εποχής που δεν είχαν ακόμα κατοχυρωθεί (και νομικά) οι, δεδομένοι σε μας, κανόνες πολιτικά ορθής συμπεριφοράς. Δίκοπο μαχαίρι από πολλές απόψεις, το σκηνικό λεπτομερούς (αλλά όχι ακριβώς φετιχιστικής) αναπαράστασης εποχής στη σειρά, αλλά το υψηλό επίπεδο σεναρίου κι ερμηνείας δεν του επέτρεψε να καπελώσει την αφηγηματική ισχύ, παρόλο που είναι προφανές οτι για πολλούς θεατές της σειράς, ο άψογος σχεδιασμός παραγωγής υπήρξε σημαντική πηγή έλξης. Δεν πρόκειται πάντως για το σύνδρομο νοσταλγικής ρετροφιλίας που αντιμετώπιζουμε εδώ και πολλά χρόνια – το Mad Men είναι νοσταλγικό από τη φύση του, ασχέτως της εποχής που διαδραματίζεται, αλλά είναι επίσης και περί της εκμετάλλευσης της νοσταλγίας τότε, τώρα, πάντα. Δύσκολος ο αποχειρετισμός σε τόσο αγαπημένη σειρά, αλλά όπως συμβουλεύει κι ο Ντον Ντρέιπερ κάπου στα μισά του φινάλε (όλο νουθεσίες, ατάκες και επιφοιτήσεις αυτός ο άνθρωπος, δεν κοίταζε τα χάλια του – όχι εντάξει τα κοίταζε κι αυτά), «θα γίνει ευκολότερο, καθώς θα προχωράς μπροστά».