Α Ν Ω Μ Α Λ Α  Π Α Θ Η 

του Τάσου Λειβαδίτη

Kάποτε θα θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά ‘ναι φθινόπωρο σ’ εκείνη τη μικρή πάροδο με τα υαλοπωλεία, εκεί που, όταν ξεπέσαμε, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες ― από τότε δεν ξαναβγήκα απ’ τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ στ’ ανώμαλα πάθη μου: τη μελαγχολία ή το συνωστισμό ― γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανέναν ποτέ δεν αγάπησα κι αυτό το τρυφερό βλέμμα μου ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση

    σαν την αθανασία των ποιητών.


από την Ποίηση. Tόμος Tρίτος 1979-1987, Kέδρος 1991