ΣΙΝΕΜΑ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΤο «Ακίνητο Ποτάμι» του Άγγελου Φραντζή είναι μια ταινία πάνω στα όρια του ανθρώπινου

Το «Ακίνητο Ποτάμι» του Άγγελου Φραντζή είναι μια ταινία πάνω στα όρια του ανθρώπινου

Ένας από τους σημαντικότερους και διαρκώς εξελισσόμενους δημιουργούς της ανήσυχης κινηματογραφικής γενιάς που αναδείχθηκε στην αυγή του νέου αιώνα, μιλάει στην Έφη Παπαζαχαρίου για τη νέα του ταινία.

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

«Τα γυρίσματα της Κάτιας όταν έπρεπε να βουτήξει στο παγωμένο ποτάμι για τη σκηνή της βάφτισης. Μια σκηνή για την οποία προετοιμαζόταν όλη τη χρονιά, με χειμερινά μπάνια για να αντέξει το κρύο»: η εικόνα της πρωταγωνίστριας Κάτιας Γκουλιώνη την ώρα που βυθίζεται στα παγωμένα νερά, είναι ίσως εκείνη που θα μείνει περισσότερο στον Άγγελο Φραντζή, μετά από δύο χρόνια γυρισμάτων στη Ρωσία και τη Λετονία κι άλλα τόσα προετοιμασίας για να δώσει ζωή στο «Ακίνητο Ποτάμι» του. Η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, μια σπουδή «πάνω στα όρια του ανθρώπινου» και συγχρόνως μια απίστευτη περιπέτεια μπροστά και πίσω από την κάμερα, δοκίμασε τις αντοχές της ομάδας που την έπλασε, όπως δοκιμάζει τα όρια των ηρώων της ιστορίας της.

Μια ταινία έγχρωμη που «αποχρωματίζεται» από το απέραντο λευκό του χιονιού, τον καπνό από τις καμινάδες και τον μαύρο όγκο του εργοστασίου που μολύνει το ποτάμι, το άπειρο του παγερού ορίζοντα, το αμείλικτο γκρι των θλιβερών ψηλών κτιρίων της βιομηχανικής πόλης στην άκρη του Θεού και της Σιβηρίας. Αλλά πάνω απ’ όλα, μια ταινία που «διαλύεται» από τον σκοτεινό ψυχισμό των ηρώων της, γίνεται σαν τον πάγο θρύψαλα από την εσωτερική δύναμη αυτών των καθημερινών ανθρώπων που, χωρισμένοι σε αντίπαλα στρατόπεδα πάνω σε μία άγρια γη, εμμένουν στα αντίθετα πιστεύω τους και τα υποστηρίζουν, ο καθένας από τη μεριά του, μέχρις εσχάτων.

Η Άννα μένει έγκυος ενώ, τους τελευταίους μήνες που μετακόμισε με τον Πέτρο για τη δουλειά του στη μακρινή Σιβηρία, δεν έχει ολοκληρωμένη επαφή μαζί του. Είναι θαύμα ή απιστία; Ο Πέτρος στη δουλειά του αποφασίζει την εκτροπή του ιερού ποταμιού, ως μόνη λύση για να σώσει την περιοχή από τα μολυσμένα νερά του, προκαλώντας την οργή των κατοίκων. Είναι σωτηρία ή ιεροσυλία; Η πίστη στη θρησκεία. Η αφοσίωση στην επιστήμη. Ο αληθινός κόσμος. Ο άυλος

Κόσμος. Η φύση. Η πόλη. Το λευκό του χιονιού. Το μαύρο του εργοστασίου. Η αγνότητα. Η μόλυνση. Η διαρκής σύγκρουση. Ο Άγγελος Φραντζής στέκεται ανάμεσά τους όχι προσπαθώντας να τα εξηγήσει ή να τα αποσαφηνίσει αλλά να τα καταθέσει και να τα αφήσει να διεισδύσουν και στο δικό μας συνειδητό ή ασυνείδητο.

Από τους σημαντικότερους και διαρκώς εξελισσόμενους δημιουργούς της ανήσυχης κινηματογραφικής γενιάς που αναδείχθηκε στην αυγή του νέου αιώνα, ο 48χρονος σκηνοθέτης με το ήδη πλούσιο έργο πίσω του, εντυπωσιάζει σε κάθε νέο βήμα ξεπερνώντας εμπόδια και προβλήματα στην περίοδο της κρίσης και βάζοντας με τον καλύτερο τρόπο τον ελληνικό κινηματογράφο στα παγκόσμια κινηματογραφικά δρώμενα. Μετά από μία περίοδο γόνιμων πειραματισμών με τις προηγούμενες πολύ καλές ταινίες «Μέσα στο Δάσος» και «Σύμπτωμα» δίνει, με το «Ακίνητο Ποτάμι», την πιο μεστή αφηγηματικά ταινία του. Και, ταυτόχρονα, μια εντυπωσιακή πραγματικά παραγωγή η οποία ξεκινά τώρα το ταξίδι της από το 59o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να συνεχίσει αμέσως μετά με την, εκτός συνόρων, παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Black Nights του Ταλίν, στην Εσθονία. Ενώ, παράλληλα, έχει ήδη στα σκαριά το επόμενο σχέδιο του –«ένα καινούριο σενάριο που λέγεται “Bardo”, μια κωμωδία για την μετά θάνατο ζωή», λέει και το χαμόγελό του μου φέρνει στο νου τον νεαρό σκηνοθέτη που γνώρισα στο «Polaroid», το γεμάτο ζωντάνια μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, 18 χρόνια πριν…

Στη νέα σου ταινία, ένα ψυχολογικό θρίλερ θα έλεγα, «πρωταγωνιστεί» η αιώνια μάχη μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Το κάθε μέτωπο «μάχεται» με κάθε μέσο για τη νίκη της δικής του πίστης, ξεπερνώντας ακόμη και τον έρωτα. Εσύ ως άνθρωπος και ως δημιουργός που βρίσκεσαι σε αυτόν τον «πόλεμο»;
Αντιμετωπίζουμε τις περισσότερες φορές τον κόσμο μέσα από δίπολα που συγκρούονται. Η κατασκευή αυτών των δίπολων με απασχολεί ιδιαίτερα, όπως και οι συγκρούσεις τους, γιατί αποκαλύπτουν τη λειτουργία της ανθρώπινης φύσης. Στο «Σύμπτωμα», την προηγούμενη ταινία μου, υπήρχε η σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό, το τερατώδες και το κανονικό. Το «Ακίνητο Ποτάμι» ασχολείται με τη σύγκρουση δύο κόσμων. Δύο αντιλήψεων για την πραγματικότητα. Από τη μία ο κόσμος του ορθού λόγου, με όλη τη δυτική παράδοση που προέρχεται από το Διαφωτισμό και, από την άλλη, ο ανατολικός κόσμος της μεταφυσικής πίστης και πιο συγκεκριμένα, της πίστης σε ένα δόγμα, σε μία θρησκεία. Έχει σημασία ότι οι δύο χαρακτήρες καταφεύγουν σε αυτή τη μάχη προκειμένου να μπορέσουν να εξηγήσουν κάτι που δεν έχει εξήγηση. Ο φόβος του άγνωστου τούς οδηγεί σε αυτήν την σύγκρουση.

Στην προσωπική μου ζωή προσπαθώ, πολλές φορές χωρίς να τα καταφέρνω, να κοιτάζω το άγνωστο πέρα από προκαθορισμένες αντιλήψεις για την πραγματικότητα. Να βλέπω δηλαδή τη σύνθεση των αντιθέσεων και όχι τον πόλεμο. Και αυτό δεν είναι κάτι θεωρητικό. Για παράδειγμα η ζωή ενός ζευγαριού, που είναι και βασικό θέμα της ταινίας, είναι μια συνεχής προσπάθεια του να φύγεις από την υποκειμενική σου αντίληψη για τα πράγματα, δηλαδή να φύγεις από τον εγωισμό σου, και να δεις την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια του άλλου. Το να μάθουμε να συνυπάρχουμε σε προσωπικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, χωρίς να καταπατούμε τον εαυτό μας, είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, όμως είναι ο μόνος δρόμος. Η προσκόλληση και υπεράσπιση μέχρις εσχάτων μίας θέσης, μιας πίστης ή μιας ιδέας για τον κόσμο, είναι αυτή που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα στις πιο αιματηρές συγκρούσεις. Και οι αιματηρές συγκρούσεις δεν είναι βέβαια μόνο κοινωνικές. Ο εμφύλιος σπαραγμός βρίσκεται τις περισσότερες φορές μέσα μας.

Τι σε έκανε να επιλέξεις ως τόπο γυρισμάτων τη Σιβηρία;
Το «Ακίνητο Ποτάμι» είναι μια ταινία πάνω στα όρια του ανθρώπινου. Το «ανεξήγητο» του συμβάντος, θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Πού τελειώνει το ανθρώπινο και πού αρχίζει το «Άλλο», θεϊκό, υπερβατικό, φυσικό – ή όπως αλλιώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κάποιος. Πώς βιώνεται η πίστη; Τι γεννά η σύγκρουση του ορθολογιστικού υλισμού με το υπερβατικά ανεξήγητο; Οι πόλεις της Σιβηρίας είναι τόποι σχεδόν «αποκαλυπτικοί». Γεννούν αυτήν την υπερβατική ατμόσφαιρα. Δοκιμάζουν τα ανθρώπινα όρια. Εκπέμπουν το συναίσθημα του δέους που δημιουργείται από τον συνδυασμό της ιστορίας, του πολιτισμού, της θρησκείας και των ακραίων συνθηκών ζωής. Η ρωσική κουλτούρα και ψυχή, με όλες τις συγκρούσεις και αντιφάσεις της, μοιάζει να αναρωτιέται συνέχεια για την κρυφή φύση των πραγμάτων. Η βαθύτητα του βλέμματος μοιάζει να ψάχνει σπαρακτικά στο εσωτερικό του είναι. Αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα των δαιμόνων και των θεών της Ρωσίας, που τόσο διεισδυτικά έχει περιγράψει η ρωσική λογοτεχνία (από τον Ντοστογιέφσκι ως τον  Μπερντιάεφ, κι απ’ τον Σαλάμωφ ως τον Μακάνιν), αποτυπώνεται σε κάθε σπιθαμή αυτών των τόπων και αποτελεί το πιο κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθεί η ιστορία της ταινίας.

Το χιόνι ήταν επίσης απαραίτητο συστατικό της αίσθησης της ιστορίας. Το λευκό του χιονιού μοιάζει με άγραφο χαρτί ή με λευκό καμβά. Με μια άδεια επιφάνεια που καλείσαι να την γεμίσεις ή να την ερμηνεύσεις. Φέρει πάνω του τον τρόμο απέναντι στο κενό, το άδειο. Και το κενό, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κενό νοήματος. Είναι το κενό και το άδειασμα που δημιουργεί το ανεξήγητο γεγονός το οποίο δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις: η πιθανότητα δηλαδή μιας άμωμου σύλληψης. Ταυτόχρονα, το λευκό, σαν αρχετυπικό σύμβολο της παρθενίας και της αγνότητας, συνδέεται ακριβώς με αυτήν την ιστορία. Η υπερβολικά χαμηλή θερμοκρασία και το παγωμένο ποτάμι, η ροή του οποίου πρέπει να αλλάξει, αντανακλά το πάγωμα της ψυχής του Πέτρου αλλά, ταυτόχρονα, σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, και την ψυχρότητα της Άννας. Το υγρό στοιχείο παγωμένο. Η ροή σταματημένη τουλάχιστον στην επιφάνεια, μιας και ο βυθός (δηλαδή το βάθος) κινείται. Η ίδια η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει αυτήν την επιφανειακή ηρεμία ενώ πάντα στο βάθος αιωρείται μια απειλή. Κάτι που μπορεί να σπάσει τον πάγο και να κάνει το ποτάμι να κυλίσει με όλη τη δύναμη της ορμής του.

Ο νέος τίτλος της ταινίας, «Ακίνητο Ποτάμι» (“Still River”), σε σχέση με τον παλιό (working title) “Virus”, δίνει μια άλλη διάσταση με ψυχολογικές προεκτάσεις. Το ονομάζεις «ακίνητο» επειδή είναι παγωμένο; Κι «ακίνητο» όπως οι καρδιές και τα μυαλά όσων ζουν γύρω του;
Εξ’ αρχής το ποτάμι αποτελεί μια κυριολεκτική δραματουργική σύγκρουση στην ταινία, μιας και η πιθανότητα εκτροπής του εγείρει έναν ιερό πόλεμο σε ένα κομμάτι του πληθυσμού που το θεωρεί θαυματουργό. Όμως ο τίτλος κουβαλάει κι αυτός μια αντίφαση. Το ποτάμι πάντα ρέει, άρα δεν μπορεί να είναι ακίνητο. Είναι όμως παγωμένο. Όπως οι αντιλήψεις των ηρώων που ακινητοποιούνται. Παγώνουν όπως το ποτάμι. Μόνο που το νερό συνεχίζει να κυλάει, κάτω από την παγωμένη επιφάνεια. Δεν σταματάει. Τίποτε δεν σταματά να κινείται ποτέ. Τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή, κίνηση και αλλαγή. «Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές», όπως λέει ο Ηράκλειτος.

«Με ενδιαφέρει πολύ να εξερευνήσω τα όρια της πρόσληψης της πραγματικότητας και ο κινηματογράφος είναι ένα από τα πιο κατάλληλα εργαλεία για να το κάνεις» 

Πόσο δύσκολη ήταν η πραγματοποίηση μιας τέτοιας παραγωγής σε έναν τόσο αντίξοο τόπο γυρισμάτων;
Ήταν μια πολύ δύσκολη ταινία, τόσο σε επίπεδο προετοιμασίας, όσο και σε επίπεδο γυρισμάτων. Πολλές φορές γυρίζαμε στους -30 και άλλες έπρεπε να ακυρώνουμε γυρίσματα λόγω ήλιου ή λόγω ανεπάρκειας χιονιού. Αναγκαστήκαμε να σπάσουμε τα γυρίσματα σε δυο χρόνια γιατί την πρώτη χρονιά τα χιόνια στην Λετονία δεν ήταν στο ραντεβού. Πολλά ταξίδια, τεράστιο ρεπεράζ και casting και ένα πολυεθνικό συνεργείο από Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία, Ρωσία, που τελικά λειτούργησε ως μια απίστευτη ομάδα σε 14ωρα εξαντλητικά γυρίσματα.

Και τώρα που η περιπέτεια των γυρισμάτων τελείωσε, τι είναι εκείνο που θα κρατήσεις μέσα σου για πάντα;
Είναι πάρα πολλά. Τα πρόσωπα του καθένα στο συνεργείο όταν έβγαινε ένα δύσκολο πλάνο. Το ξενοδοχείο “69 parallel” που μέναμε στο Murmansk. Τα χωριά στο Latgale της Λετονίας με τα εγκαταλελειμμένα σπίτια που έγιναν πλατό. Το μαύρο, από την μόλυνση, χιόνι στα εργοστάσια του Olenegorsk που κάναμε τα γυρίσματα με τον Ανδρέα. Την προσωρινή μας φυλάκιση στο ρεπεράζ με τους ανθρώπους της FSB (πρώην KGB) να απειλούν να μας διώξουν για πάντα από την Ρωσία και να μην γίνει ποτέ η ταινία. Τους τάρανδους του Murmansk. Τα εγκλωβισμένα υλικά μας στα σύνορα. Το ηρωικό steady cam του Γιώργου Πετράκη στον πάγο. Τον αέρα που ξήλωνε τις στέγες των σπιτιών στα γυρίσματα με την χιονοθύελλα και ίσως, πάνω απ’ όλα, τα γυρίσματα της Κάτιας όταν έπρεπε να βουτήξει στο παγωμένο ποτάμι για την σκηνή της βάφτισης.

Το παιχνίδι ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, στο σουρεαλιστικό και το ρεαλιστικό, σε απασχολεί και σε προκαλεί διαρκώς στις ταινίες σου («Το Όνειρο του Σκύλου», «Σύμπτωμα»), όπως και το θέμα της πίστης. Αυτό το «στίγμα» υπάρχει και στο «Ακίνητο Ποτάμι», ίσως την πιο προσιτή στο πλατύ κοινό ταινία σου…
Με ενδιαφέρει πολύ να εξερευνήσω τα όρια της πρόσληψης της πραγματικότητας και ο κινηματογράφος είναι ένα από τα πιο κατάλληλα εργαλεία για να το κάνεις. Γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια πια από την επιστήμη, ότι αυτό που αποκαλούμε πραγματικό δεν είναι παρά η αντανάκλαση των ορίων των ανθρώπινων αισθήσεων. Οι αισθήσεις μας όμως αντιλαμβάνονται ένα απειροελάχιστο φάσμα της πραγματικότητας και μόνο μέσα από ένα ατελές ανθρώπινο πρίσμα. Ακόμη και ο ίδιος ο κινηματογράφος είναι προϊόν μιας ατέλειας του ανθρώπινου ματιού που αντιλαμβάνεται ακίνητες εικόνες σε μια συγκεκριμένη ταχύτητα ως κίνηση. Ο κόσμος δεν υπάρχει παρά δια μέσου της συνείδησής μας και το ζήτημα της πίστης δεν είναι παρά μια προέκταση αυτής της ιδέας. Έχεις δίκιο ότι αυτή η προβληματική είναι εμφανής στο «Όνειρο Του Σκύλου», στο «Μέσα Στο Δάσος» και το «Σύμπτωμα», όμως ακόμη και στο «Polaroid» υπάρχουν ψήγματα αυτής της ιδέας.

Το στοίχημα στο «Ακίνητο Ποτάμι» ήταν να βρω μια άλλη ισορροπία ανάμεσα σε όλα όσα με απασχολούν και στην αφηγηματικότητα. Πάντα ζήλευα τον αμερικάνικο κινηματογράφο της δεκαετίας του ΄70. Μια μοναδική περίοδο, όπου το σινεμά τεράστιων δημιουργών όπως ο Τσιμίνο, ο Κόπολα, ο Φρήντκιν, ο Σκορτσέζε κτλ. κατάφεραν να βρουν αυτήν τη χρυσή ισορροπία. Σε αυτήν την αναζήτηση της αφηγηματικότητας πολύ σημαντικό ρόλο βέβαια έπαιξε η διεισδυτική ματιά του  Σπύρου Κρίμπαλη με τον οποίο γράψαμε μαζί το σενάριο και έχουμε γράψει και το «Polaroid» αλλά και το «Όνειρο Του Σκύλου».

Τσιμίνο, Κόπολα, Σκορτσέζε… Ποια είναι λοιπόν τα πρόσωπα και τα «πράγματα» στη ζωή και την καριέρα σου που σε καθόρισαν ως σκηνοθέτη;
Το «Σατυρικόν» του Φελίνι, οι ταινίες του Παναγιωτόπουλου και η παρέα μαζί του, τα δυο χρόνια δίπλα στον Αγγελόπουλο, τα βιβλία και η σκέψη του Τολστόι, η «Μαίρη Πόππινς», οι κουβέντες στην εφηβεία με την Μαρία Παπαδοπούλου, η σχέση μου με την Κάτια, ο θάνατος του Γρηγορόπουλου και ότι ακολούθησε τα επόμενα χρόνια στην Αθήνα, ο Προυστ, ο Κασσαβέτης, ο Γκοντάρ, ο Λιντς, ο Ζουλάφσκι. Ο Σταύρος Τορνές.  Οι παραστάσεις του Ρομέο Καστελούτσι. Τα «Αχυρένια Σκυλιά» του Τζον Γκρέυ, τα βιβλία του Ρενέ Ζιράρ, η ζωγραφική του πατέρα μου και οι σπουδές υποκριτικής της μητέρας μου όταν ήμουν μικρός. Τα βιβλία του Γιώργου Χειμωνά που δεν αποχωριζόμουν ποτέ στην εφηβεία, τα χρόνια (Σ.Σ. των σπουδών του) στις Βρυξέλες. Ο διαλογισμός.

Εδώ και δέκα χρόνια έχεις επιλέξει, πιστέψει και χρίσει πρωταγωνίστριά σου στις ταινίες σου την Κάτια Γκουλιώνη, μια εξαιρετική ηθοποιό. Θέλεις ίσως να δηλώσεις κάτι με αυτό, μια συνέχεια π.χ. από τη μία σου ταινία στην άλλη ή απλώς θεωρείς ότι εκείνη μόνο μπορεί να αποδώσει αυτό που έχεις στο μυαλό σου για το έργο σου;
Η Κάτια είναι ένα δώρο για τον σκηνοθέτη. Μια ηθοποιός που με εμπνέει και με προχωράει. Παίρνει έναν χαρακτήρα και τον πηγαίνει δέκα βήματα πιο πέρα από αυτό που είχε σχηματιστεί στο σενάριο. Η σκέψη και το ένστικτό της ανοίγει τους ορίζοντες μου και η δουλειά μαζί της είναι απολαυστική. Γνωριστήκαμε στο casting στο «Μέσα Στο Δάσος» και όταν τέλειωσε η ταινία ερωτευτήκαμε και από τότε είμαστε μαζί και στη ζωή. Πάντως δεν νομίζω ότι η συχνή σχέση ενός ηθοποιού με ένα σκηνοθέτη είναι κάτι σπάνιο. Μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Και χωρίς βέβαια να συγκριθώ με κανένα από τα ιερά τέρατα, μπορώ να αναφέρω ως παραδείγματα, τον Κασσαβέτη με την Τζίνα Ρόουλαντς, τον Ροσελίνι με την Μπέργκμαν, τον Αντονιόνι με την Μόνικα Βίτι και πολλούς ακόμη. Δεν νομίζω ότι είναι λοιπόν κάτι τόσο τολμηρό. Μάλλον κλισέ είναι. Το να είσαι ζευγάρι στη ζωή και να δουλεύεις και μαζί είναι κάτι που δεν είναι βέβαια πάντα εύκολο. Πόσο μάλλον στη συγκεκριμένη ταινία που αφορά ένα ζευγάρι. Για την Κάτια, τον Ανδρέα και μένα όλο αυτό ήταν μια αληθινή πρόκληση. Για τον καθένα μας είχε μια διαφορετική δυσκολία. Δουλέψαμε όμως πολύ καιρό στην προετοιμασία και στις πρόβες. Και οι δυο τους τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τους χαρακτήρες τους με φοβερή γενναιοδωρία. Βούτηξαν και οι δυο σε βαθιά προσωπικά νερά με μεγάλη ειλικρίνεια.   

Ακόμη ένας πρωταγωνιστής στις ταινίες σου είναι η φύση γενικότερα (και το νερό ειδικότερα). Η υπεροχή της (σε σχέση με εμάς –καθώς κι εμείς είμαστε μέρος της) και η καταστροφή της (από εμάς που είμαστε μέρος της). Τι είναι αυτό που σε έχει τραβήξει εσένα, έναν άνθρωπο της πόλης, τόσο κοντά της;
Αυτή η αναζήτηση της φύσης ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια περίπου μαζί με το «Μέσα Στο Δάσος». Δεν ήμουν καθόλου παιδί της φύσης και πάντα η έμπνευσή μου ήταν η πόλη. Αυτή η ταινία όμως με οδήγησε σε μέρη που με έκαναν να επαναπροσδιορίσω τη δική μου εσωτερική σχέση με την φύση. Η όποια προσέγγιση άλλωστε του υπερβατικού δεν μπορεί παρά να περνάει αναγκαστικά μέσα από τον επαναπροσδιορισμό αυτής της σχέσης.

Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS

Στη μουσική της ταινίας συνεργάζεσαι με δύο από τους καλύτερούς μας: The Boy και Coti K. Να σημειώσω μάλιστα ότι ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, παρά το «σκοτεινό» του στίγμα ως σκηνοθέτης και μουσικός, χαρίζει με το τραγούδι «Κάποια Εποχή», την πιο χαρούμενη κι ανέμελη στιγμή της ταινίας…
Με τον Coti έχουμε συνεργαστεί σε όλες τις ταινίες που έχω κάνει. Είναι ένας μουσικός που μπορεί να καταλάβει τον πυρήνα του κάθε έργου και να ξεκλειδώσει πτυχές της εικόνας με μοναδικό τρόπο. Τη μουσική του The Boy την γνωρίζω εννοείται πολλά χρόνια και τα συγκεκριμένα δυο κομμάτια που υπάρχουν στην ταινία («Κάποια Εποχή» και «Time Machine») είναι από τα πολύ αγαπημένα μου. Είναι ενδιαφέρον αυτό που λες, ότι ένα σκοτεινό κομμάτι χαρίζει ίσως την πιο φωτεινή στιγμή της ταινίας, όμως έχει να κάνει με δυο ανθρώπους που βρίσκονται κάπου στην άκρη του κόσμου και αυτό το κομμάτι τούς πηγαίνει σε ένα κοινό ευτυχισμένο παρελθόν. Σε μια προσωπική στιγμή. Την ανάμνηση μιας συναυλίας ίσως… 


«Ακίνητο Ποτάμι» («Still River»), του Άγγελου Φραντζή
Πρεμιέρα στο 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Προβολές: Αίθουσα John Cassavetes, Αποθήκη 1, Λιμάνι. Δευτέρα 5/11, ώρα 20.00 (Παρουσία σκηνοθέτη και πρωταγωνιστών) & Τετάρτη 7/11, ώρα 14.30
«Μέσα Στο Δάσος» («In The Woods»), του Άγγελου Φραντζή
Προβολή (στο πλαίσιο του αφιερώματος στο ελληνικό queer σινεμά)
Αίθουσα Παύλος Ζάννας, Ολύμπιον (πλ. Αριστοτέλους), Τρίτη 6/11, ώρα 22:15

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.