Α Μ Ο Ρ Γ Ο Σ

(απόσπασμα), του Νίκου Γκάτσου

 

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα

Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

 

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

 

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

 

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

 

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο

Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

 

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.