ΜΟΥΣΙΚΗ 23.07.2016

Ο Alan Vega Είναι Νεκρός, Μπορείτε να Κοιμάστε Ήσυχοι Πια…

They Don't Make'em Like That Anymore. O Παναγιώτης Μένεγος για τον frontman των Suicide που πέθανε την περασμένη Κυριακή σε ηλικία 78 ετών.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΜΟΥΣΙΚΗΟ Alan Vega Είναι Νεκρός, Μπορείτε να Κοιμάστε Ήσυχοι Πια…

Δεν είναι θέμα, ακριβής ή φθηνής, νοσταλγίας. Δεν είναι καν το απαραίτητο homage στον προσφάτως εκλιπόντα. Είναι η αλήθεια. Ίσως πικρή. Δε θα ξαναϋπάρξει κάποιος σαν τον Alan Vega. «Δεν τους φτιάχνουν πια έτσι». Δε θα υπάρξει ποτέ ξανά μπάντα σαν τους Suicide. Έχουν ήδη προκύψει «καλύτερες», πιο επιτυχημένες, πιο δημοφιλείς, πιο… συμπληρώστε ό,τι θέλετε. Αλλά, κανείς δε θα μπορέσει να είναι αυτό που έγιναν αυτοί οι δύο Μπρουκλινέζοι ξεκινώντας ως καλλιτεχνικοί παρίες στην αυγή των 70s.

Σκεφθείτε την τελευταία φορά που νιώσατε να απειλείστε από τη μουσική που ακούσατε. Που νιώσατε να βγαίνετε από το comfort zone σας. Που νιώσατε άβολα σε μια συναυλία, για τον εαυτό σας, για τους γύρω σας ή αυτούς που είναι πάνω στην σκηνή. Για μένα, αν έχει κάποια σημασία, οι Death Grips –και το σαρωτικό mixtape ντεμπούτο τους πέντε χρόνια πριν– προκάλεσαν κάτι απ’ όλα αυτά, αυτό το ταρακούνημα σε μια εποχή που (νομίζουμε ότι) τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει όλα. Ξέρω, για πολλούς, αυτό δεν είναι καν ζητούμενο. Η μουσική είναι για «να περνάς καλά», για να «περνάει η ώρα», να «νιώθεις όμορφα», να «γίνεσαι καλύτερος έστω για όση ώρα διαρκεί ένα live».

popaganda_alan_vega_1

O Alan Vega δεν πίστευε σε τίποτα απ’ όλα αυτά. Σιχαινόταν την ιδέα ότι οι άνθρωποι έρχονταν στα live του για να «αποδράσουν από την σκληρή καθημερινότητα». Μάζευε όλα «τα σκατά από τον δρόμο», από τα οποία προσπαθούσαν να ξεφύγουν, και τους τα πετούσε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στη μούρη. Σιχαινόταν το κόνσεπτ μιας μουσικής παράστασης ως «διασκέδαση». Και φρόντιζε να το επικοινωνεί στο, αρχικά ανυποψίαστο, κοινό του. Όταν το κοινό κατάλαβε, ξεκίνησε η αναμέτρηση. Ο έτερος Suicide, Martin Rev, έπαιζε επιληπτικά επαναλαμβανόμενα ηλεκτρονικά μοτίβα από μια φθηνή φαρφίσα κι ένα σαραβαλιασμένο drum machine. Κι ο Vega μετεξέλισσε αυτό που τον έκανε να διαπιστώσει το 1969 βλέποντας τον Iggy και τους Stooges ότι «όλα όσα κυνηγούσε μέχρι τότε ως γλύπτης, ήταν μαλακίες». Τύλιγε το μικρόφωνο στο λαιμό του και το εξαπέλυε σαν λάσο στους θεατές, δεχόταν κάθε είδους αντικείμενο και τρύπαγε με τα θραύσματά του το στήθος του, βελόνιζε με παραμάνες μέρη του σώματός του, κατέβαινε στις πρώτες σειρές κι έδινε χαστούκια σε ξαναμμένους νεαρούς. Όχι χωρίς τίμημα. Σωματικό, φυσικά. Του έσπασαν τα μούτρα αμέτρητες φορές, τον έκαναν να ματώσει ακόμα περισσότερες. Όλο αυτό το τελετουργικό, προφανώς, έγινε λίγα χρόνια αργότερα η παντομίμα του punk/hardcore. Αλλά, το 1970-71 που εμφανίστηκαν σε μια σχεδόν post-Velvets νεοϋρκέζικη σκηνή οι Suicide, ο όρος punk δεν είχε συγκινήσει κανένα μάρκετινγκ πλάνο και κανένας δεν ήξερε εκ των προτέρων ότι κινδύνευε σε συναυλίες. Όχι τουλάχιστον με την κυριολεκτικότερη ερμηνεία της έννοιας «κίνδυνος» που ενσάρκωναν οι Suicide.

popaganda_alan_vega_2

«Ο Alan Vega ήταν ο Jim Morrison με ένα ματωμένο μαχαίρι στο ένα χέρι και τα Sun Sessions του Elvis στο άλλο. Και χωρίς άλλοθι». Είναι η πιο γλαφυρή περιγραφή από τις εκατοντάδες που γράφτηκαν αυτές τις μέρες μετά τον θάνατό του σε ηλικία 78 ετών τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής. Φυσικά, ήταν ένας rockabilly στην καρδιά, ένας διεστραμμένος, άσχημος Gene Vincent (ή έστω η κόμικ καρικατούρα του), ήταν «η σκιά πίσω από το είδωλο του χαρισματικού performer» όπως γράφτηκε κάπου αλλού. Αλλά, ήταν και κάποιος που σε εκείνη την κρίσιμη δεκαετία των 70s, που ήρθαν τα πάνω κάτω, φρόντιζε να υπενθυμίζει ενστικτωδώς μερικές ενοχλητικές αλήθειες. Ήταν ο ιερέας της αποξένωσης σε μια πόλη που βυθιζόταν στην παρακμή και σε μια χώρα που «σκότωνε τη νεολαία» της στο Βιετνάμ (όπως ούρλιαξε στο “Ghost Rider”) κι έχοντας, ας πούμε, ξεπεράσει τις φυλετικές διακρίσεις ετοιμαζόταν να τις μεταμφιέσει σε ακραία οικονομικές στα χρόνια του Ριγκανισμού που ερχόταν – κανένας ποτέ δε θα καταφέρει να εκφράσει την απόγνωση όσο εκείνος στο “Frankie Teardrop”, την ιστορία εκείνου του τύπου που άνεργος δεν έχει να ταΐσει τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους σκοτώνει μαζί με τον εαυτό του.

https://www.youtube.com/watch?v=8_dXp0eF8s0

 

https://www.youtube.com/watch?v=jnCB-3jklfM

Όμως δεν ήταν μόνο οι ιστορίες, η ερμηνεία του, το εφιαλτικό b-movie πέπλο της ύπαρξης των Suicide. Ήταν, κι εδώ βέβαια μπαίνει στην εικόνα ο Rev, και το μέσο που εξυπηρέτησε τον σκοπό. Όχι κιθάρες, όχι ντραμς, μακριά τα δύο ιερά δισκοπότηρα του rock ‘n’ roll – οι Suicide δεν ονειρεύονταν ανοιχτά highways ούτε σκόπευαν να εκφράσουν teenage kicks (ο Vega ήταν 39 ετών όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους). Ήταν οι δαίμονες των sleazy υπογείων, οι δαίμονες στα κεφάλια των Τράβις Μπικλ αυτής της φλεγόμενης πόλης, καθόλου τυχαία η σύνδεση με τον Σκορσέζε και τον Ταξιτζή. Κι όταν καθιερώθηκαν, έστω στο περιορισμένο κοινό που τους άντεξε/ανέχθηκε (άλλωστε ουδείς προφήτης στον χρόνο του), κι άρχισαν να γίνονται η βάση του no wave, τα πρότυπα του hardcore, το σπέρμα του industrial και οι ανώμαλοι θείοι της synth pop, πήγαν αντίθετα. Το δεύτερο άλμπουμ τους ήταν επηρεασμένο από την disco, o  Vega έκανε «επιτυχία» με το “Jukebox Babe”, φλέρταραν με το avant garde, είχαν κάποιες σποραδικές αναλαμπές που δεν μπορούσαν να υπερσκελίσουν ότι είχαν γίνει μπάντα επιρροής.

https://youtu.be/KPNO5f4yO_g

Τους διασκεύασαν όλοι. Από τον Springsteen (φανερά και κρυφά) και τους REM, στην Anna Calvi και τους Last Drive. Τους λίσταραν άπαντες ως μέντορες, είτε συνειδητά π.χ. οι Cramps είτε ασυνείδητα π.χ. σήμερα οι Factory Floor. Ο Cave τους αποθέωνε σχεδόν σε κάθε του συνέντευξη, το 2011 στο Primavera τελειώνοντας με τους Bad Seeds μας προέτρεψε «πηγαίνετε να δείτε τους Suicide, μόνο αυτοί έχουν σημασία, αυτοί τα ξεκίνησαν όλα» (και πήγαμε αλλά κάτσαμε λίγο, γιατί ξεκινούσε ο Caribou – μερικές φορές, στα φεστιβάλ ας πούμε, θες να περνάς καλά, γίνεσαι αυτός ο τύπος που πάντα σιχαινόταν ο Vega). Όμως λίγο τους ένοιαζε. Μάλλον, η μετατροπή τους (εκείνων και του στυλ τους) σε punk commodity τους εξόργιζε. Ο Vega δήλωνε: «Μου στέλνουν όλη την ώρα πράγματα που, υποτίθεται, υπάρχουν εξ’ αιτίας μας. Και τα ακούω και είναι άθλια. Και λέω, δηλαδή απ’ όλο αυτό που κάναμε, αυτό καταλάβατε;».

Σήμερα, που η μουσική είναι πληροφορία, το μεγαλύτερο δηλαδή απ’ όλα τα commodities, δεν υπάρχει χώρος για χάος. Οι Suicide μένουν ένα φθαρμένο στριπάκι στο άλμπουμ του ροκ εν ρολ, όσοι τους μιμούνται απλά επιβεβαιώνουν τον πολυτραγουδισμένο θάνατό του. Άλλωστε, πάλι ένα μικρό δάνειο, «αν το ροκ εν ρολ είχε επιβιώσει τόσο όμορφο, σοκαριστικό, προχωρημένο και γυμνό όσο εκείνο των Suicide, θα είχε απλά επιβεβαιώσει την υπόσχεσή του». Ο Alan Vega πέθανε ήσυχος στον ύπνο του για να μας το υπενθυμίσει…

popaganda_alan_vega_4
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.