DESIGNΑυτοί είναι οι κριτές του πιο χρωματιστού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού

Αυτοί είναι οι κριτές του πιο χρωματιστού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού

Μίλησαν στο archisearch.gr για το αστικό τοπίο της Αθήνας και τις νέες τάσεις.
Φωτογραφίες: Γιώργης Γερόλυμπος

Τι χρώματα έχει συνήθως μια τυπική ελληνική πόλη; Οι πολυκατοικίες που πρωτοστατούν στο εγχώριο σκηνικό είναι συνήθως λευκές; Το Color Architecture φιλοδοξεί να φέρει το χρώμα ξανά στο προσκήνιο, μιας και συνιστά ζωντανό στοιχείο της οικοδομικής παράδοσης. 

Οι κριτές του διαγωνισμού Color in Architecture δίνουν στην Popaganda την οπτική τους πάνω σε επίκαιρα θέματα που αφορούν την αρχιτεκτονική και την πόλη.

Ο Σταύρος Μαρτίνος παρατηρεί μια εικόνα φυσικής παλαίωσης

Ο Σταύρος Μαρτίνος είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής, με ερευνητικό πεδίο τις ανταλλαγές των ιδεών του Μοντέρνου Κινήματος ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερικανική Ήπειρο τον 20ό Αιώνα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και συνεχίζει την ερευνητική του δραστηριότητα στις ΗΠΑ, με υποτροφία από το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πρίνστον.

Έχει εργαστεί ως μελετητής και σύμβουλος σε ιδιωτικά και δημόσια έργα καθώς και ως ερευνητής σε προγράμματα της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και του CNRS, στα πλαίσια της Ελληνογαλλικής επιστημονικής συνεργασίας. Έχει εργαστεί για δύο χρόνια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στα μαθήματα Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής και συμμετέχει συχνά σε συνέδρια και επιστημονικά εργαστήρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ως εισηγητής ή μέλος της κριτικής επιτροπής.

Είναι partner του ARKKI για το πρόγραμμα Σχολείο Αρχιτεκτονικής για Παιδιά και Νέους στην Ελλάδα και την Κύπρο σε συνεργασία με την εταιρία DESIGNEMBASSADOR.COM UG και τον Βασίλη Μπαρτζώκα. Ανέλαβε τη θέση αρχισυντάκτη στο Archisearch.gr τον Σεπτέμβριο του 2013, με όραμα να δημιουργήσει μία πλατφόρμα επικοινωνίας και ανταλλαγής για το τεράστιο δίκτυο νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τόσο τόσο στον πρακτικά επαγγελματικό όσο και στον ακαδημαϊκό – ερευνητικό χώρο.

Eίναι πιστοποιημένος καθηγητής από το ARKKI και εκπαιδεύτηκε στην Φινλανδία τον Μάϊο του 2014.

Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στις όψεις/εμφάνιση των ελληνικών πόλεων τα τελευταία 10 χρόνια; Τα τελευταία 10 χρόνια είναι αυτά κατά τα οποία στην Ελλάδα (στις πόλεις, τουλάχιστον) δεν υπάρχει οικοδομική δραστηριότητα. Βλέπουμε, λοιπόν, παντού μία εικόνα φυσικής παλαίωσης, η οποία οφείλεται στην έλλειψη συντήρησης. Όλα δείχνουν απλώς πιο βρώμικα, σαν να έχουν να καθαριστούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 (πολλά, έχουν να καθαριστούν ακριβώς από τότε). Επίσης, είναι πάρα πολύ έντονο το φαινόμενο της οπτικής ρύπανσης με αυτοκόλλητα, αφίσες και γκραφίτι μέχρι τουλάχιστον το ύψος των 2.50 μέτρων από τη στάθμη του δρόμου. Αυτό είναι ένα επιπλέον στρώμα πληροφορίας, το οποίο εισπράττει κανείς κυρίως ως πεζός.

Ποια είναι η αισθητική ταυτότητα της ελληνικής πόλης και πώς μεταμορφώνεται με την κρίση; Με την κρίση έχω την εντύπωση ότι έχει αισθητικοποιηθεί η φθορά. Εγχώριοι και ξένοι τουριστικοί/νυχτερινοί οδηγοί περιγράφουν την εικόνα προς κατανάλωση της ελληνικής πόλης ως “shabby chic”, και επιχειρούν να την πουλήσουν ως στυλ. Προηγουμένως, που ήταν περίοδος γενικευμένης ευφορίας, είχε γίνει μια απόπειρα να γίνει μόδα η πολυκατοικία όπως τη γνωρίζουμε, και να χρησιμοποιηθούν σε νέες οικοδομές υλικά της δεκαετίας του 60. Δηλαδή, τίποτα καινούργιο. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι η ελληνική πόλη αποτελείται από σοβαντισμένες πολυκατοικίες, των οποίων η μεγαλύτερη επιφάνεια της όψης καλύπτεται από πάνινες τέντες, και επίσης από τετράγωνες μαλτεζόπλακες στα πεζοδρόμια και λάμπες φθορισμού στους στύλους. Με την εξαίρεση, ίσως, της Θεσσαλονίκης, η οποία είναι χτισμένη σε συνεχές σύστημα και τα οικοδομικά τετράγωνα έχουν τα ίδια ύψη ώστε να δημιουργούνται μέτωπα, στις υπόλοιπες περιπτώσεις όλα δουλεύουν σε μικροκλίμακα: υλικά, κορυφογραμμές, όγκοι, μεγέθη των οικοπέδων. Είναι επίσης σημαντικό ότι στις περισσότερες πόλεις (πάλι, με εξαίρεση ίσως το κέντρο της Θεσσαλονίκης) οι δρόμοι είναι ιδιαιτέρα στενοί, το ίδιο και τα πεζοδρόμια, και διασταυρώνονται σχεδόν αποκλειστικά σε ορθές γωνίες: δημιουργούνται έτσι ασυνήθιστες εντυπώσεις όταν το ανάγλυφο του εδάφους είναι έντονο, για παράδειγμα όπου υπάρχουν λόφοι ή πρώην ρέματα. Λίγα είναι τα κτίρια που ξεχωρίζουν με το σχήμα ή το μέγεθός τους – ο καλύτερος τρόπος προσανατολισμού είναι τα βουνά.

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Λευκό-μπεζ, όταν έχει βρέξει πρόσφατα.

Η  Ρένα Σακελλαρίδου βλέπει τις νέες κατασκευές ως πιο ενδιαφέρουσες

Η Ρένα Σακελλαρίδου είναι αρχιτέκτων ΑΠΘ, MArch UBC, PH.D Bartlett School UCL. Είναι καθηγήτρια ΑΠΘ. Σχεδιάζει, μελετά την δημιουργικότητα και διδάσκει αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.

Έχει γράψει το “Mario Botta. Architectural Poetics”, (Thames and Hudson 2001, Rizzoli 2000). Διατηρεί, μαζί με την αρχιτέκτονα Μόρφω Παπανικολάου, το γραφείο SPARCH Sakellaridou / Papanikolaou Architects, στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη.

Το έργο τους έχει διεθνή αναγνώριση με 15 βραβεία αρχιτεκτονικής, συμμετοχές σε διεθνείς εκθέσεις, δημοσιεύσεις και παρουσιάσεις σε διαλέξεις. Έχουν, επίσης, βραβευθεί με 13 πρώτα βραβεία σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.


Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στις όψεις/εμφάνιση των ελληνικών πόλεων τα τελευταία 10 χρόνια; 
Θα εστίαζα στο γεγονός ότι οι νέες κατασκευές είναι πιο ενδιαφέρουσες. Πολλές φορές τολμούν και στην χρήση του χρώματος. Το λευκό παραμένει βέβαια διαχρονικά γοητευτικό για την ελληνική πόλη καθώς εντείνει το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και την σκιά. Θα έβλεπα επίσης ενδιαφέροντα στοιχεία στην ευρηματικότητα που το παλιό μετασχηματίζεται στο νέο. Aυτό εκφράζεται στην αστική κλίμακα με την ενωμάτωση ξεχασμένων περιοχών και την εκ νέου αστικοποίησή τους, κάτι που ακόμη περιμένουμε να δούμε σε μεγαλύτερη κλίμακα, ή στην κλίμακα του κτιρίου μέσα από προτάσεις νέων φλοιών, με στοιχεία κινητά, διάτρητα, αναδιπλούμενα κλπ. Το δυναμικό τέτοιων προτάσεων είναι τεράστιο καθώς αυτές οι νέες επιδερμίδες δημιουργούν εν δυνάμει νέο τοπίο και εμπεριέχουν μία λογική διαρκούς εναλλαγής και εν τέλει αναφοράς στον χρόνο μέσα από τις διαφοροποιήσεις της όψης στην διάρκεια της ημέρας ή στο πέρασμα των εποχών.

Ποιος είναι ο ρόλος της αρχιτεκτονικής στην ενεργειακή αναβάθμιση της ελληνικής πόλης; Σαφώς η ενεργειακή αναβάθμιση έχει άμεση συνάφεια με την αρχιτεκτονική. Δεν αφορά μόνον επιλογή υλικών, αλλά κυρίως επιλογές αρχιτεκτονικές, επιλογές σχεδιασμού. Στοιχεία όπως τα ενεργειακά κουφώματα και οι σύγχρονες βαφές είναι βέβαια σημαντικά, αλλά ακόμη πιο σημαντικά είναι στοιχεία καθαρά αρχιτεκτονικά, όπως κάθε είδους σκίαστρα και φλοιοί που δίνουν την δυνατότητα για πολλαπλή ενσωμάτωση των εξωστών και την δημιουργία βάθους και μετατρεψιμότητας στην υπάρχουσα όψη. Ρόλο σημαντικό παίζει επίσης το πράσινο είτε στο κτίριο, είτε στην
κλίμακα της πόλης

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Το χρώμα της ελληνικής πόλης είναι σχετικά ανοιχτόχρωμο, και ταυτόχρονα μάλλον απροσδιόριστο. Υπάρχουν, όμως, ευτυχώς, οι διαρκείς αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και την σκιά που προσδίδουν ποικιλία. Το ομοιόμορφο της κτιριακής μάζας προσφέρει έναν ενδιαφέροντα καμβά για διαφοροποίηση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει, το ‘χρώμα’ που δίνει η ζωντάνεια της πόλης στον δημόσιο χώρο της. Οι ήχοι της. Η ποικιλλία των χρήσεών της. Η εναλλαγή ανάμεσα στο σήμερα και το χθες της. Τα εφήμερα στοιχεία της. Η ελληνική πόλη είναι ‘πολύχρωμη’, όχι κατ΄ανάγκην κυριολεκτικά. Είναι ποικίλλη, άτακτη ίσως, τυχαία πολλές φορές, αλλά σίγουρα, ναι, ‘πολύχρωμη’.

Ο Κώστας Πουλόπουλος αναρωτιέται τι θα κάναμε αν ζούσαμε στο κενό

Ο Κώστας Πουλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και πήγε σχολείο στην Καλαμάτα. Όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ξυλουργός, σχεδιαστής αυτοκινήτων ή μπασκετμπολίστας.

Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1996- 2004) με διπλωματική εργασία κοντά στους Τ. Παπαιωάννου και Τ.Μπίρη,  και στο Πανεπιστήμιο του Τόκυο με πλήρη υποτροφία (2007-2009) στο εργαστήριο του Chiba Manabu. Ταυτόχρονα εργάστηκε στο  το γραφείο του Kengo Kuma όπου ήρθε σε επαφή με μια προσέγγιση για την αρχιτεκτονική εκλεπτυσμένη στην απλότητά της, που επιτυγχάνει να συνδυάζει ευφάνταστα διάφορα ιδιώματα: τοπικά, διεθνή, παραδοσιακά και μοντέρνα.

Το 2009 επιστρέφει στην Ευρώπη για να εργαστεί στους Henning Larsen Architects, όπου σύντομα γίνεται lead designer, με πολλά πρώτα βραβεία σε διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς  που οδηγούν σε κτισμένο έργο (ενδεικτικά: Siemens Headquarters Munich, 45,000 m2, ολοκληρωμένο, Frankfurt School of Finance and Management 30,000 m2, υπο κατασκευή, Nordea Headquarters, 45,000 m2 υπο κατασκευή, Νοvo Nordisk headquarters, 30,000 μ2 ολοκληρωμένο, Central Bank of Libya, 1o βραβείο σε ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό) καθώς και τη μοναδική ευκαιρία να εργάζεται σε πολλά και διαφορετικά μέρη του κόσμου : Σκανδιναβία, Κεντρική Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Καναδάς, Σαουδική Αραβία, κτλ. και να γνωρίζει κουλτούρες μέσα από την γλώσσα που καταλαβαίνει καλύτερα απ’όλες, την αρχιτεκτονική.

Μετά από ένα διάστημα στους BIG- Bjarke Ingels Group, ο Κώστας αποφασίζει να ιδρύσει το δικό του αρχιτεκτονικό studio στην Κοπεγχάγη, κι από το τέλος του 2015 συνεχίζει την αρχιτεκτονική του έρευνα σε διεθνές επίπεδο. Το γραφείο SquareOne εμβαθύνει στην αρχιτεκτονική σύνθεση πολλών και διαφορετικών τυπολογιών κτιρίων (σχολεία, μουσεία, κτίρια κατοικιών, κτίρια γραφείων κτλ.) σε διεθνές περιβάλλον. Ταυτόχρονα το γραφείο του προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες στην ελληνική αγορά, λειτουργώντας σαν γέφυρα μεταφοράς γνώσης διεθνών καλών πρακτικών στην ελληνική αγορά.


Με ποια μέσα μπορεί η αρχιτεκτονική παραγωγή ή επέμβαση να ανατρέψει τη διάχυτη δυσαρέσκεια για την εικόνα της Αθήνας;
Αυτή είναι μεγάλη συζήτηση. Η εικόνα της πόλης εξαρτάται από πάρα πολλές παραμέτρους και οι αρχιτέκτονες είναι μόνο ένα μέρος της συζήτησης. Και μάλιστα μικρό. Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε που έγκειται η δυσαρέσκεια που αναφέρετε. Είναι πχ. το αν τα κτίρια έχουν ωραίες όψεις (και τι σημαίνει αυτό;) Ή αφορά στο πλάτος των πεζοδρομίων, στην ύπαρξη πρασίνου, στην οργάνωση των μέσων μαζικής μεταφοράς, στην ύπαρξη χώρων για παιδιά, πλατειών κτλ; Είναι η ζωή των κτιρίων που μας απογοητεύει ί ή ‘η ζωή ανάμεσα στα κτίρια’ (Jan Gehl);

Μπορεί η ελληνική πόλη να συνδυάσει τοπικά, διεθνή, παραδοσιακά και μοντέρνα ιδιώματα; Ναι φυσικά και μπορεί. Σήμερα όλοι μπορούν τα πάντα. Κάθε συνδυασμός , ανεξαρτήτως αν είναι άρτιος ή τραγικός, είναι ηθικά αποδεκτός ad hoc. Αυτή είναι η μεγάλη κατάκτηση και ταυτόχρονα πρόκληση της νεωτερικότητας. Έχουμε δει με τα μάτια μας αποτυχημένες απόπειρες συνδυασμών διαφόρων στοιχείων από διάφορα μήκη και πλάτη , αλλά και – ακόμα περισσότερο – ελεεινές μεταφράσεις του παραδοσιακού ιδιώματος προς το νεωτερικότερο. Το ερώτημα κατά τη γνώμη μου είναι τι θέλει η κάθε κουλτούρα από τον εαυτό της; Πριν αρχίσει να συνδιαλέγεται. Έστω ότι ζούσαμε στο κενό. Τι θα κάναμε;

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Δεν ξέρω πραγματικά. Προσπαθεί νομίζω να παρουσιαστεί ως λευκή. Μάλλον εν μέρει λόγω κλίματος, αλλά φοβάμαι κυρίως από μια ρομαντική ενατένιση της εθνικής μας ταυτότητας ως γαλανόλευκης· κι αφού το γαλανό το παρέχει ο ουρανός και η θάλασσα, ας βάλουμε εμείς το λευκό. Όμως το λευκό θέλει συντήρηση. Κι έτσι καταλήγει θα λέγαμε υπόλευκο, λερωμένο, παλιό, και ραγισμένο το χρώμα της ελληνικής πόλης. Με εξαίρεση κάποιες νοικοκυρεμένες σομόν και φυστικί αναλαμπές, που πραγματικά αναρωτιέμαι ποιον και τι αντιπροσωπεύουν.

Σημαντικές ημερομηνίες του διαγωνισμού Color in Architecture:
9 Οκτωβρίου:
Ολοκλήρωση κατάθεσης προτάσεων Φακέλων
20 Οκτωβρίου:
Αξιολόγηση και Επιβεβαίωση των συμμετοχών
3-4 Νοεμβρίου:
Συνάντηση επιτροπής και αξιολόγηση προτάσεων
27-30 Νοεμβρίου: Παρουσίαση των αποτελεσμάτων σε μινι συνέδριο από την επιτροπή και έκδοση ψηφιακού και φυσικού καταλόγου.

Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος τονίζει ότι οι αρχιτέκτονες δεν αποφασίζουν μόνοι τους για το αστικό τοπίο

Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος σπούδασε αρχιτεκτονική στo Technische Universität Darmstadt. Αφού εργάστηκε σε διάφορα γραφεία στην Γερμανία και την Ελλάδα, από το 1989 διατηρεί με την γυναίκα του, Λιάνα, το γραφείο Potiropoulos+Partners. Παράλληλα, αρθρογραφεί και δίνει διαλέξεις, ενώ έχει διακριθεί επανειλημμένα σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.

Είναι ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής. Το 2009 οι εκδόσεις Ποταμός εξέδωσαν την μονογραφία «Ποτηρόπουλος Δ+Λ Αρχιτέκτονες» με επιλεγμένα έργα του γραφείου της περιόδου 1989-2009.

Στην πρόσφατη έκδοση “Αναγνώσεις της Ελληνικής Μεταπολεμικής Αρχιτεκτονικής” του Π. Τσακόπουλου, το γραφείο τους συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 18 γραφεία που επέλεξε ο συγγραφέας επιχειρώντας μια συνολική θεώρηση της αρχιτεκτονικής παραγωγής στην Ελλάδα από το 1950 μέχρι και σήμερα.


Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στις όψεις/εμφάνιση των ελληνικών πόλεων τα τελευταία 10 χρόνια; 
Η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία χειμάζει από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, είναι επομένως αναμενόμενο ότι η εικόνα των ελληνικών πόλεων θα έχει επηρεαστεί αντίστοιχα. Η γενικότερη έλλειψη πόρων έχει αναστείλει την οικοδομική δραστηριότητα, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα – η συρρίκνωση του κλάδου των κατασκευών άγγιξε το 85%. Παράλληλα, το ήδη υπάρχον κτιριακό δυναμικό δεν συντηρείται, ούτε προστατεύεται κατάλληλα, με αποτέλεσμα την περαιτέρω υποβάθμισή του. Αντίστοιχη είναι η εγκατάλειψη και του δημόσιου χώρου. Παρατηρούμε έτσι μια επιβράδυνση του ρυθμού ανανέωσης του αστικού τοπίου, κάτι ιδιαίτερα εμφανές στις μεγάλες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Οι όποιες εξαιρέσεις απλώς αναδεικνύουν το παραμελημένο σύνολο ενός αστικού περιβάλλοντος που “γερνάει”, που “φθείρεται”, κυριολεκτικά και μεταφορικά, καθημερινά.

Πώς μπορεί η αρχιτεκτονική να κατανοήσει τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές αλλαγές και να τις μετατρέψει σε μία ουσιαστική αρχιτεκτονική που συμπεριλαμβάνει, αντί να αποκλείει, τη δημόσια σφαίρα; Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία έχουν τη δυνατότητα να συνδράμουν στην επίλυση, ή έστω στην αντιμετώπιση, των κοινωνικών προβλημάτων μέσω της αποτελεσματικότερης διαχείρισης του αστικού περιβάλλοντος. Άλλωστε, η πρόσφατη τάση της αναβίωσης του κοινωνικά προσανατολισμένου αρχιτέκτονα είναι κάτι που επισφραγίστηκε το 2016 με την απονομή του βραβείου Pritzker στον Alejandro Aravena. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι οι αρχιτέκτονες δεν αποφασίζουν μόνοι τους για όσα συμβαίνουν στον αστικό χώρο – η Ελληνική Πολιτεία (δηλαδή η αναθέτουσα και εκτελεστική Αρχή) και η κοινωνία (ο τελικός δηλαδή αποδέκτης της όποιας επέμβασης) επηρεάζουν εξίσου την διαμόρφωσή του. Για να υπάρξει αποτέλεσμα χρειάζεται η συναινετική συμπόρευση και των τριών.

Με ποιους τρόπους μπορεί η Αθήνα να αξιοποιήσει την εμπειρία άλλων πόλεων του εξωτερικού ή εσωτερικού, ώστε να επαναδιαπραγματευθεί την εικονογραφία της, αλλά και τη διάρθρωση και τις υποδομές της; Tα παραδείγματα των πόλεων που επιχείρησαν και πέτυχαν μια τέτοια ριζική επαναδιαπραγμάτευση είναι γνωστά. Από την Βαρκελώνη, που εκμεταλλεύτηκε την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων για να υλοποιήσει μια εκτεταμένη πολεοδομική και αρχιτεκτονική ανάπλαση, εξαπλασιάζοντας έκτοτε τους τουριστικούς της δείκτες, έως το Ρότερνταμ, που την τελευταία δεκαετία μεταμορφώθηκε από ένα βιομηχανικό λιμάνι με υψηλή εγκληματικότητα, στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του αειφόρου σχεδιασμού, ενσωματώνοντας δεκάδες πρωτοποριακές και πειραματικές αρχιτεκτονικές επεμβάσεις.

Πολλές από τις περιπτώσεις αυτές μπορεί να φαντάζουν ουτοπικές στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά το νήμα που τις συνδέει είναι ορατό. Τέτοιου είδους «επανεφευρέσεις» επιτυγχάνονται μέσα από ένα ξεκάθαρο και εφαρμόσιμο όραμα, ένα συγκροτημένο συνολικό πλάνο, και την αποφασιστική και συνεπή υλοποίησή του. Η πολεοδομική και αρχιτεκτονική ταυτότητα της Αθήνας μοιάζει να αποτελεί πλέον έναν γρίφο χωρίς λύση. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι η μοναδική γενναία πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος θα προέλθει, αν προέλθει, από τους έλληνες πολιτικούς και όχι από τους τεχνικούς.

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Η ερώτηση αυτή θα μπορούσε να απαντηθεί με πολλούς τρόπους. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η πλειοψηφία των ελληνικών αστικών κέντρων χαρακτηρίζεται από το “γκρι” της πανταχού παρούσας τυπολογίας της πολυκατοικίας, και όχι μόνο. Αν, όμως, επικεντρωθούμε σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, όπως αυτό της Αθήνας, μπορούμε να δούμε το συνολικό φάσμα του προβλήματος: Αφενός η έλλειψη επαρκών χώρων δημόσιου πράσινου, που θα διέκοπταν την πυκνότητα του δομημένου χώρου, και αφετέρου η έλλειψη ενός σαφώς ορισμένου ιστορικού κέντρου – έτσι όπως το γνωρίζουμε από την τυπική ευρωπαϊκή πόλη – στερούν από την πρωτεύουσα μια ξεκάθαρη ταυτότητα. Είναι οι ισχυροί αστικοί πυκνωτές, η ευανάγνωστη και λειτουργική πολεοδομία, η αξιοποίηση και ενσωμάτωση της ιστορικής αρχιτεκτονικής, που προσδίδουν “ατμόσφαιρα” σε μια πόλη. Το πρόβλημα, λοιπόν, των ελληνικών πολεοδομικών σχηματισμών είναι ότι δεν προτείνουν σημεία αναφοράς, δεν έχουν κάτι να αφηγηθούν, δεν ανακεφαλαιώνουν ούτε τη μακρόχρονη παράδοση ενός βιώσιμου “ιστορικού κέντρου” ούτε τις εμπειρίες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας.

Η  Αριάδνη Βοζάνη εντοπίζει την τάση επανάχρησης αναξιοποίητων κτηρίων

Η Αριάδνη Βοζάνη είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ( Μ.Arch., Bartlett UCL) και διδάκτωρ της Architectural Association School of Architecture, (Ph.D) με υποτροφία του ΙΚΥ.

Έχει βραβευτεί σε 9 ελληνικούς και πανευρωπαϊκούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και το έργο της περιλαμβάνει κυρίως τον σχεδιασμό κατοικιών και υπαίθριων χώρων. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και αρχιτεκτονικό έργο σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά και συμμετάσχει σε συνέδρια και εκθέσεις αρχιτεκτονικής. Μέλος του ΔΣ της Εθνικής Πινακοθήκης 2011-2014.

Παράλληλα έχει εργαστεί ως σκηνογράφος (1996 – 2006, 2013-16) σε 25 θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στις όψεις/εμφάνιση των ελληνικών πόλεων τα τελευταία 10 χρόνια; Αν υπάρχει κάποια βασική αλλαγή, αυτή αφορά την εγκατάλειψη  -κυρίως λόγω της  οικονομικής κρίσης-  των όψεων που χρήζουν παρεμβάσεων τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε δημόσια κτήρια. Ταυτόχρονα, καταγράφεται ωστόσο και η τάση  επανάχρησης υφιστάμενων κτιρίων που αποτελούν αναξιοποίητο κτηριακό απόθεμα με επεμβάσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στις όψεις τους. Η τάση αυτή έχει, ήδη, αντίκτυπο  στην πόλη, αν και περιορισμένο, αφού δεν εμφανίζεται τόσο σε ενότητές κτηρίων, αλλά σε σποραδικά και μεμονωμένα κτίσματα στα οικοδομικά τετράγωνα.

Πώς μπορεί το “σκηνικό” των πόλεων να ενεργοποιήσει τη “θεατρικότητα” στο δημόσιο χώρο της ελληνικής πόλης; Δεν είμαι σίγουρη ότι η διατύπωση της ερώτησης είναι σαφής. Ο δημόσιος χώρος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα χαρακτηριστικά των κτηρίων που τον περιβάλλουν. Η επεξεργασία  των όψεων  συμμετέχει στην διαλεκτική μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων χωρών, κυρίως μέσω της τυπολογίας και του σχεδιασμού των ανοιγμάτων.

Αν με τον όρο ‘θεατρικότητα’ αναφερόμαστε, μεταξύ άλλων, στην δυνατότητα του δημόσιου χώρου να προκαλεί ανταποδοτικά βλέμματα και συναντήσεις, τότε η επεξεργασία των όψεων που αναφέρονται σε αυτόν είναι κρίσιμη. Στην κατεύθυνση της ενεργοποίησης της θεατρικότητας στον δημόσιο χώρο,  τα χαρακτηριστικά του ‘σκηνικού’ των πόλεων, δηλαδή των όψεων των κτηρίων θα πρέπει να επιτρέπουν την παραπάνω διαλεκτική.

Ο χειρισμός του πλήρους – κενού, της  διαφάνειας, ημιδιαφάνειας, μεταβλητότητας των όψεων σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, καθορίζει το είδος της ‘θεατρικότητας’ του δημόσιου χώρου. Ανάλογα με την επεξεργασία τους, οι όψεις μπορεί να αποτελούν από οθόνη προβολής του εσωτερικού των κτηρίων έως το ουδέτερο ‘σκηνικό’ του δημοσίου χώρου, μετατοπίζοντας το κέντρο του ενδιαφέροντος  στο ‘έργο’ που παίζεται εκεί.

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Κανένα συγκεκριμένο χρώμα. Τα  περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα αποτελούνται από διακριτά κτήρια ‘ψηφίδες’ που τα περισσότερα ή δεν έχουν χρώμα στις όψεις ή αυτό έχει, λόγω του χρόνου, ατονήσει…

Ο Νίκος Κτενάς εντοπίζει τη σύγχυση στην πόλη

Ο Νίκος Κτενάς γεννήθηκε στον Πειραιά και είναι απόφοιτος του πανεπιστημίου Cornell (Ithaca, NY, USA) μετά από σπουδές στα New York University (NY, USA), Columbia University (NY, USA) και στην Cooper Union (NY, USA). Από το 1985 έως το 1992, διδάσκει στην έδρα Luigi Snozzi στην ‘EPF Lausanne’, της Ελβετίας. Από το 2004 έως το 2007, ως προσκεκλημένος καθηγητής αρχιτεκτονικής, διδάσκει στην ‘Accademia di Architettura’ στο Mendrisio της Ελβετίας. Από το 2010 έως το 2012 διδάσκει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο τμήμα Αρχιτεκτόνων στον Βόλο, ενώ από το 2013 είναι προσκεκλημένος καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Politecnico di Milano, στο Μιλάνο της Ιταλίας.

Τα τελευταία 15 χρόνια έχει παρουσιάσει το έργο του, έχει διευθύνει σεμινάρια και είναι προσκεκλημένος κριτικός αρχιτεκτονικής σε πολλές αρχιτεκτονικές σχολές ανά την Ευρώπη. Έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις αρχιτεκτονικής, μεταξύ των οποίων, στην ‘NAI’ (Netherlands Institute of Architecture), Ρότερνταμ, Ολλανδία, στο ‘Archivio Cattaneo’, Cernobio – Como, Ιταλία, στο ‘Pavillon de l’Arsenal’ Παρίσι, Γαλλία, ήταν επίσης προσκεκλημένος στην “7η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής» στη Βενετία, Ιταλία, κ.α. Έχει λάβει πολλά βραβεία και αναγνωρίσεις σε πανελλήνιους και διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και το υλοποιημένο έργο του έχει δημοσιευθεί ευρέως σε διεθνείς επιθεωρήσεις αρχιτεκτονικής καθώς και σε ημερήσιο και εβδομαδιαίο τύπο.

Έχει βραβευθεί επίσης για το έργο του το 2008 από το ‘ΕΙΑ’ – Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, ενώ υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό βραβείο αρχιτεκτονικής ‘Mies van der Rohe’. Το 2006 δημοσιεύεται μονογραφία του έργου του στην επιθεώρηση ‘Αρχιτεκτονικά Θέματα’, ενώ το ίδιο έτος δημοσιεύει ένα θεωρητικό βιβλίο του στην +XM – iiriti editore, στα ιταλικά με τίτλο ‘Semplice / Complesso’. Διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο στο Lugano της Ελβετίας από το 1987 και στην Αθήνα από το 1993. Ζει και εργάζεται και στις δύο πόλεις.

Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στις όψεις/εμφάνιση των ελληνικών πόλεων τα τελευταία 10 χρόνια; Σήμερα παρατηρείται μια σύγχυση στην ‘εμφάνιση’ της σύγχρονης Ελληνικής πόλης!  Θα μπορούσα επιγραμματικά, να στηρίξω αυτή την άποψη μου σε δύο βασικούς παράγοντες, αυτή του φαινομενικού ή πλαστού πλουτισμού των κατοίκων καθώς και αυτή της οικονομικής κατάρρευσης.  Η πρώτη, είχε ως αποτέλεσμα την υπερβολή στην ενσωμάτωση, το πλείστον με ερασιτεχνικό τρόπο, κάθε είδους υλικού στα κτίρια της, πολλές φορές ακατάλληλου για τις κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, αποσκοπώντας ενδεχομένως στην επίδειξη μιας οικονομικής ευμάρειας.  Η δε δεύτερη, είναι η εικόνα της παρακμής, μιας γενικής εγκατάλειψης της πόλης, η οποία πέραν από την εμφάνιση των κτιρίων της εκτείνεται και στον κοινό / δημόσιο χώρο της πόλης, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του προηγούμενου οικονομικού μοντέλου.  Το πρώτο πιστεύω πως ‘διορθώνεται’ με την χρήση νέων τεχνολογιών εν γένει, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται το δομημένο περιβάλλον υλικά και κλιματολογικά, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα τις όποιες δομικές παθογένειες.  Το δεύτερο, το οποίο είναι οικονομικό αλλά και κοινωνικό ζήτημα, διορθώνεται με οικονομική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα με παιδεία και διαμόρφωση της αποκαλούμενης αστικής κουλτούρας του κοινωνικού συνόλου. Σ’ αυτό το τελευταίο η αρχιτεκτονική, εν μέρει, θα μπορούσε ασφαλώς να συμβάλει.

Πείτε μας λίγα λόγια σχετικά με το βραβευμένο σας έργο «Inside-Out», το οποίο επαναπροσδιορίζει την τυπολογία της πολυκατοικίας ριζικά και προσδίδει μία νέα άποψη για την αισθητική ανάπλαση της όψης της ελληνικής πόλης. Ήθελα το κτίριο αυτό να παρουσιάζεται ως ένα μέγαρο, με την κλασσική έννοια, να ενσωματώνει μέσα του μία υποβλητική μεταβατική πορεία μεταξύ της πόλης και των χώρων διαβίωσης, και η όψη του να είναι κατά κάποιο τρόπο αινιγματικά ουδέτερη και μην προδίδει τι χώροι είναι πίσω από αυτή, όπως συμβαίνει στην τυπολογία της μεταπολεμικής Αθηναϊκής πολυκατοικίας.  Ήθελα επίσης να ‘ανοίξω διάλογο’ με τον Αθηναϊκό ήλιο χρησιμοποιώντας ένα υλικό στις όψεις το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε αυτή την τυπολογία κτιρίου.

Η όψη, το εξωτερικό όριο, η επιδερμίδα του κτιρίου, όπως την αποκαλώ, ήθελα να έχει ένα βάθος, ένα περιεχόμενο, να είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό πέτασμα με ανοίγματα. Εξωτερικά, λόγω του βάθους και ρυθμού του, παρουσιάζεται ως συμπαγής όγκος, ενώ εσωτερικά, λόγω των πολλαπλών ανοιγμάτων σε διαφορετικά ύψη, έχει μια σχεδόν διάφανη αμεσότητα με το αστικό περιβάλλον.   Αποτελείται από κλειστούς όγκους που περιέχουν χρηστικούς χώρους των κατοικιών, από διάφανους όγκους, τα λεγόμενα ‘erker’ που προβάλουν τον χρήστη προς την πόλη, βυθιζόμενους υαλοπίνακες που μετατρέπουν μέρη της όψης σε εξώστη, και εν τέλει, αν και σχετικά διαφανής από το εσωτερικό του κτιρίου, προστατεύουν τον εσωτερικό χώρο από την ακτινοβολία του ήλιου προσφέροντας βιοκλιματική ποιότητα σε όλους τους χώρους διαβίωσης.  Ασφαλώς όμως, κάτω από τον Αθηναϊκό ήλιο αποκτά ένα αναγεννησιακό ‘Chiaroscuro’!

Τι χρώμα έχει η ελληνική πόλη; Το χρώμα έχει άμεση σχέση με το πως φωτίζεται η επιφάνεια που το φέρει.  Συνεπώς, κάτω από τον ήλιο, το ίδιο είναι διαφορετικό σε διάφορα μέρη του κόσμου.   Πιστεύω λοιπόν πως το όποιο χρώμα στην ελληνική πόλη, είναι διαφορετικό, είναι φανταστικό!   Στην Αθήνα λόγου χάριν, το ίδιο το ανάγλυφο της πόλης, τα φυσικά πετρώματα των λόφων που περιβάλουν το κέντρο έχουν χρώμα, το χρώμα της αρχαιότητας, της φυσικής πέτρας  είναι παντού, από τον Κεραμικό μέχρι την Ακρόπολη, και αυτό λόγω της διαστρωμάτωσης της πόλης.  Το αρτιφισιέλ του μεσοπολέμου με την ομοιογενή ανάγλυφη υφή του έχει το χρώμα της Αθηναϊκής γης, το ίδιο και το ανεπίχριστο σκυρόδεμα λόγω των τοπικών αδρανών, αν και τα δύο τελευταία, λανθασμένα τα βάφουν!  Υπάρχουν ασφαλώς και οι χρωματισμοί των νεοκλασικών κτισμάτων πού τείνουν από ένα υπόλευκο μέχρι το ουδέτερο της ώχρας, και βέβαια συχνά ξεπροβάλει και το μινωικό κόκκινο.  Τέλος, από ψηλά, στην ελληνική πόλη  επικρατεί ένας λευκός τόνος, κάτι σαν ρύζι απλωμένο πάνω σε μια πλούσια τοπογραφία…

O Per Nimer πιστεύει ότι η ελληνική πόλη έχει χρώμα υλικού

O Per Nimer συνεργάζεται άμεσα με τους τοπικούς σχεδιαστές που διορίζονται ανά χώρα παγκοσμίως. Εργάστηκε σε πολυάριθμα αρχιτεκτονικά έργα για το χρώμα. Από οικιστικά έργα στην Ευρώπη μέχρι το δημαρχείο της Μόσχας.

Από το 2011 διορίστηκε Global Marketing Manager Powder Coatings Furniture. Δημιουργεί και εφαρμόζει παγκόσμια στρατηγική στον τομέα. Συνεργάζεται με περιφερειακές ομάδες πωλήσεων και μάρκετινγκ για στρατηγικές, πωλήσεις, τιμολόγηση και μάρκετινγκ. Δουλεύει στην ανάπτυξη προϊόντων τόσο σε αντιδραστικό όσο και σε ενεργητικό επίπεδο. Συνεργάζεται και παρέχει υπηρεσίες στις OEMs στον τομέα των επίπλων. Έχει εργαστεί στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη προϊόντων σε όλες τις αγορές παγκοσμίως, την έναρξη, τη διαχείριση του έργου, την ανάπτυξη και την ολοκλήρωση των έργων ανάπτυξης χρωμάτων, σχεδίων και προϊόντων.

Έχει εργαστεί με προϊόντα για B2B και B2C εξίσου. Με υψηλή γνώση για το πώς να δουλεύει για την αναγνωρισιμότητα ενός σήματος παγκοσμίως. Συμμετέχει ως δημόσιος ομιλητής σε όλες τις ηπείρους με κοινό από 100 έως 1000 άτομα. Πολυάριθμες δημοσκοπήσεις, άρθρα, συνεντεύξεις και τηλεοπτικές εμφανίσεις, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στο πρόγραμμα τάσεων “why we buy” που προβλήθηκε στην ευρωπαϊκή αγορά το 2009 και παγκοσμίως το 2010.

Μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Χρώματος, Στοκχόλμη, Σουηδία.Συμβούλιο, Διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου Color Marketing, Αλεξάνδρεια, Βιρτζίνια. Διεθνής Συνδέσμος μεταξύ Διοικητικού Συμβουλίου της CMG και Διεθνών Ομάδων CMG.

Ζητήθηκε από την Google να παρουσιαστεί στα γραφεία της τον Ιανουάριο του 2014. Έχει προσθέσει χρώμα στις ζωές των ανθρώπων, την αρχιτεκτονική, τους εσωτερικούς χώρους, τα αυτοκίνητα, τα ποδήλατα, τα έπιπλα και πολλά άλλα πράγματα σε όλο τον κόσμο.

Τι ρόλο παίζει το χρώμα στη διατύπωση της αστικής εικονογραφίας και πώς επηρεάζει την εμπειρία της πόλης; Δεδομένου ότι το χρώμα είναι αυτό που βλέπουμε πρώτα, έρχεται πριν από το σχήμα, τη μορφή ή τη λειτουργία… είναι απαραίτητο για την εμπειρία μας σχεδόν όλων. Τα χρώματα και τα χρώματα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου με τον οποίο αισθανόμαστε το αστικό τοπίο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται μια πόλη.

Ποιο χρώμα είναι η ελληνική πόλη; Χρώμα υλικού… κυρίως πέτρα, λευκό και μπλε…

​Διαβάστε περισσότερα για το διαγωνισμό και τους κριτές, εδώ: colorinarchitecture.gr
και ακολουθήστε τη σελίδα του Color in Architecture στο
Facebook για ενημερώσεις.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.