ΔΙΕΘΝΗΜπορεί να «πέσει» ο Ντόναλντ Τραμπ;

Μπορεί να «πέσει» ο Ντόναλντ Τραμπ;

Γιατί οι σχέσεις που φαίνεται πως είχε την προεκλογική περίοδο με τους Ρώσους μπορεί να είναι το "Watergate" του Αμερικάνου Προέδρου.

EPA/ANGELO CARCONI

Στα τέλη του Ιουλίου του 2016, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα των Ηνωμένων Πολιτειών έμπαιναν στην τελική ευθεία της εκλογικής αναμέτρησης που θα τελείωνε το Νοέμβριο, ανακοινώνοντας και επίσημα τους υποψηφίους τους που είχαν λάβει το χρίσμα μέσω των προκριματικών εκλογών. Συγκεκριμένα, ο Ντόναλντ Τραμπ στις 21 Ιουλίου και η Χίλαρι Κλίντον στις 28, αποδέχθηκαν το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού και του Δημοκρατικού Κόμματος αντίστοιχα.

Όμως, στις 22 Ιουλίου η διαρροή προσωπικών e-mails στελεχών του Δημοκρατικού Κόμματος, μέσω του WikiLeaks, έμελλε να καθορίσει την εξέλιξη των εκλογών καθώς το φαβορί μέχρι τότε, Χίλαρι Κλίντον, ξεκίνησε να χάνει έδαφος που δεν κατάφερε ποτέ να καλύψει.

Τα e-mails ήταν μια μεγάλη καταστροφή για το Δημοκρατικό Κόμμα καθώς έγινε γνωστό ότι η ηγεσία του κρατούσε μια ευνοϊκή στάση προς το πρόσωπο της Κλίντον και προσπαθούσε να σαμποτάρει την υποψηφιότητα του αντιπάλου της, Μπέρνι Σάντερς. Αποτέλεσμα των αποκαλύψεων ήταν να παραιτηθεί η πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, Ντέμπι Βάσερμαν Σουλτς ενώ τη δική της παραίτηση ακολούθησαν και άλλες τρεις από σημαντικά πρόσωπα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Αυτά τα γεγονότα όμως δεν αποτελούν τη βάση του ζητήματος που αφορά τον Τραμπ. Όσο και αν η ηγεσία των Δημοκρατικών έπαιζε μικροπολιτικά παιχνίδια εις βάρος του Μπέρνι Σάντερς, τίποτα δε μπορεί να συγκριθεί με το μέγεθος του σκανδάλου που είναι αρκετά πιθανό να συνοδεύει αυτές τις διαρροές-αποκαλύψεις.

Η επίθεση στο Δημοκρατικό Κόμμα φαίνεται πως είναι προϊόν επίθεσης από χάκερς που έχουν σχέση με τη ρωσική κυβέρνηση η οποία ήθελε να δράσει υπέρ του Τραμπ, με σκοπό να τον εκμεταλλευτεί πολιτικά σε περίπτωση νίκης του. Στο πρόσωπο του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου οι Ρώσοι έβλεπαν έναν άνθρωπο που εύκολα θα μπορούσαν να επηρεάσουν καθώς δεν έχει βασικές γνώσεις της πολιτικής, στις οποίες ανήκει και η εξωτερική πολιτική η οποία αφορά τη Ρωσία.

Σημείο τομής σε αυτή την ιστορία είναι η ανακοίνωση του, τότε Διοικητή του FBI Τζέιμς Κόμυ, ο οποίος είπε ότι ήδη από τον Ιούλιο του 2016 το FBI ξεκίνησε να ερευνά το ενδεχόμενο άνθρωποι της προεκλογικής καμπάνιας του Τραμπ να έχουν επαφές με ρώσους αξιωματούχους, λέγοντας ότι «το FBI ερευνά τις διασυνδέσεις μεταξύ ανθρώπων της προεκλογικής καμπάνιας του Τραμπ και της Ρωσικής κυβέρνησης». Η έρευνα ξεκίνησε με την έκδοση εντάλματος για την κατασκόπευση του Κάρτερ Πέιτζ, συμβούλου εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ ο οποίος ανέκαθεν είχε στενές οικονομικές σχέσεις με το Κρεμλίνο.

Το Δεκέμβριο, ο Γερουσιαστής Τζον Μακέιν παρέδωσε στον Κόμυ ένα ντοσιέ με πληροφορίες που ανέφεραν ότι οι Ρώσοι συνέλεγαν πληροφορίες για τον Τραμπ και ότι η ομάδα του συνεργαζόταν με ρώσους χάκερς με σκοπό να στοχοποιήσουν την Κλίντον. Οι πληροφορίες αυτές είχαν παραδοθεί από τον πρώην Βρετανό κατάσκοπο, Κρίστοφερ Στιλ, τις οποίες το FBI χαρακτήρισε αξιόπιστες και αδύνατον να αγνοηθούν.

Στις 13 Φεβρουαρίου 2017, ο Μάικλ Φλιν που είχε αναλάβει τη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, παραιτήθηκε μετά από αποκαλύψεις που έδειχναν ότι ήδη από το Δεκέμβριο του 2016 είχε έρθει σε επαφή με το Ρώσο πρέσβη στις Ηνωμένες Πολιτείες, Σεργκέι Κίσλακ, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το νόμο που αναφέρει ότι πολίτες που δεν έχουν θεσμική νομιμοποίηση δε μπορούν να συνομιλούν και να διαπραγματεύονται με πολιτικά στελέχη άλλων χωρών. Μετά την παραίτηση του, ο Φλιν δέχθηκε να καταθέσει στην Επιτροπή του Κογκρέσου που αφορά τις εθνικές πληροφορίες με αντάλλαγμα την προσωπική του ασυλία, όμως κάνοντας χρήση της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος αρνήθηκε να μιλήσει. Πάντως, την επόμενη ημέρα της παραίτησης του Φλιν, σε μια συζήτηση τους στο Οβάλ Γραφείο ο Τραμπ ζήτησε από τον Κόμυ να μην ασχοληθεί μαζί του κάτι που αρνήθηκε αμέσως.

Το Μάρτιο του 2017, ο Τζέιμς Κόμυ αναφερόμενος και πάλι στην έρευνα που διεξήγαγε το FBI είπε ότι «το FBI έχει πληροφορίες που δείχνουν ότι άνθρωποι που σχετίζονται με τον Πρόεδρο Τραμπ είχαν επαφές με Ρώσους με σκοπό πιθανή δημοσίευση πληροφοριών που θα μπορούσαν να βλάψουν την προεκλογική καμπάνια της Χίλαρι Κλίντον». Ταυτόχρονα, επειδή η έρευνα μεγάλωνε, το FBI δημιούργησε ειδική ομάδα με έδρα την Ουάσινγκτον για μεγαλύτερη διευκόλυνση του, εξαιτίας του όγκου των πληροφοριών. Ο Κόμυ ήταν πλήρως αφοσιωμένος στην έρευνα και την κρατούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας με σκοπό να παραμείνει αδιάβλητη.

Την ίδια περίοδο, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Τζεφ Σέσιονς, είχε και αυτός επαφές με ρώσους αξιωματούχους μέσα στο 2016 κάτι που ο ίδιος είχε αρνηθεί όταν κατέθεσε στη Γερουσία.

Την ώρα που η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη και ενώ είχε γίνει γνωστό πως και ο Τζάρεντ Κουσνερ, γαμπρός και σύμβουλος του Τραμπ, είχε έρθει σε επαφή με το Ρώσο πρέσβη, ο Πρόεδρος απέλυσε τον Κόμυ μετά από συμβουλή του Σέσιονς επειδή «δεν έκανε σωστά τη δουλειά του».

Τα παραπάνω γεγονότα δείχνουν ότι οι διαρροές των e-mails του Δημοκρατικού Κόμματος δεν είναι ένα περιστασιακό σκάνδαλο που μπορεί να δημιουργήσει ελάχιστους πολιτικούς τριγμούς στην κυβέρνηση Τραμπ. Αντιθέτως δείχνει να μεγαλώνει συνεχώς, με αποτέλεσμα να γίνονται συγκρίσεις με το παρελθόν. Συγκεκριμένα, σε πολλούς θυμίζει την εξέλιξη του σκανδάλου Watergate που οδήγησε τον Πρόεδρο Νίξον σε παραίτηση.

Η διαφορά με τα δύο σκάνδαλα είναι ότι το Watergate αποτέλεσε μια «βρώμικη» κίνηση της ομάδας του Νίξον για να χτυπήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη διάρρηξη του αρχηγείου του Δημοκρατικού Κόμματος στο ξενοδοχείο Watergate με σκοπό την κλοπή πληροφοριών των Δημοκρατικών. Όσο και αν φαινόταν απλό φαινομενικά, απεδείχθη ότι πίσω από τη διάρρηξη ήταν κοντινοί άνθρωποι του Προέδρου Νίξον. Όταν και ο ίδιος ο Νίξον έμαθε τι είχε συμβεί, έκανε τα πάντα για να αποκρύψει το γεγονός καθώς γνώριζε ότι μπορούσε να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στην κυβέρνηση του. Κάτι τέτοιο δεν το κατάφερε καθώς το σκάνδαλο γιγαντώθηκε, οι πολίτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του και προκειμένου να αποφύγει την «πρόταση μομφής» (impeachment στο αμερικανικό σύστημα) παραιτήθηκε.

Η διαφορά με τα δύο σκάνδαλα είναι ότι το Watergate αποτέλεσε μια «βρώμικη» κίνηση της ομάδας του Νίξον για να χτυπήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Προφανώς και ήταν κάτι παράνομο, όμως τα check and balances του αμερικανικού συστήματος λειτούργησαν άμεσα και οδήγησαν τον Πρόεδρο σε αδιέξοδο. Στην περίπτωση των ρωσικών επιθέσεων και των πιθανών σχέσεων με την ομάδα του Τραμπ, η διαφορά έγκειται στον τομέα του εθνικού συμφέροντος. Αν τα πρόσωπα εμπιστοσύνης του Προέδρου έχουν συνεργαστεί με τους Ρώσους για να κερδίσουν τις εκλογές τότε αυτό αποτελεί, όπως λένε οι Δημοκρατικοί, εθνική προδοσία. Και ξεπερνά κατά πολύ το Watergate.

Ο Τραμπ όσο και αν προσπαθεί να καθυστερήσει την έρευνα και να αποκρύψει στοιχεία δε θα τα καταφέρει γιατί όπως και στην περίπτωση του Νίξον, τα check and balances λειτουργούν και δύσκολα αποφεύγονται. Απλά μέχρι στιγμής δεν έχει χάσει την εμπιστοσύνη του Ρεπουμπλικάνων του Κογκρέσου, που αποτελούν την πλειοψηφία. Αν συμβεί αυτό, τότε το ρολόι θα έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα για τον Πρόεδρο και δύσκολα θα αποφύγει την πρόταση μομφής που μπορεί να οδηγήσει στην πτώση του.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.