ΒΙΒΛΙΟ20 εικαστικοί, γραφίστες και κομίστες ζωγραφίζουν τους Αντίποδες

20 εικαστικοί, γραφίστες και κομίστες ζωγραφίζουν τους Αντίποδες

Στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης 20 δημιουργοί παρουσιάζουν στην έκθεση “CONTENTS” έργα εμπνευσμένα από τα βιβλία των εκδόσεων Αντίποδες, σε συνεργασία με τον πολυχώρο Ύψιλον.

Beetroot, (Αντρέι Μπιέλυ, «Πετρούπολη», 2017)

Μια πολύ ενδιαφέρουσα  έκθεσης στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της 15ης ΔΕΒΘ θα έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν οι επισκέπτες. Με πρωτοβουλία του εκδοτικού οίκου Αντίποδες, που έχει ήδη κλείσει τρία χρόνια επιτυχημένης πορείας, 20 εικαστικοί, γραφίστες και κομίστες βυθίστηκαν στις σελίδες βιβλίων του  και δημιούργησαν ο καθένας από ένα μοναδικό έργο.

Οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην έκθεση “CONTENTS” είναι οι beetroot, Frank Moth, Ιφιγένεια Βασιλείου, Θανάσης Γεωργίου, Γιώργος Γούσης, Στέλλα Δημητρακοπούλου, Μάρκος Καρέλλας, Δημήτρης Κολλιαδήμας, Βασίλης Κώτσικας, Αχιλλέας Μεσάικος, Χριστίνα Μόραλη, Μάρια Μπαχά, Πρόδρομος Νικηφορίδης & Bernard Cuomo, Βούλα Παπαδοπούλου, Κώστας Ράμμος, Απόστολος Ρίζος & Ράνια Εμμανουηλίδου, Στέφανος Ρόκος, Γιώργος Σκαραφίγκας, Στέλλα Στεργίου, Μαρία Ψευτογκά.

Οι Αντίποδες έχουν ένα ολόκληρο σκεπτικό πίσω από το στήσιμο της έκθεσης που το παρουσιάζουν στο κοινό με το παρακάτω κείμενο: 

Στέφανος Ρόκος, (Ίταλο Σβέβο, «Η συνείδηση του Ζήνωνα», 2018)

Ο καθρέφτης και το φως

«Κάθε αναγνώστης που ξεκινά ένα βιβλίο μπαίνει αναπόφευκτα σε μια διαδικασία εξεικόνισης του περιεχομένου του: κάθε πρόσωπο και κάθε αντικείμενο που περιγράφεται αναπλάθεται με τη φαντασία, αποκτώντας μια φασματική υλικότητα και ένα ιδιότυπο εσωτερικό οπτικό καθεστώς που συνοδεύει τον αναγνώστη και μετά το τέλος του βιβλίου.

Στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη λογοτεχνία, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να οπτικοποιήσουμε το γλωσσικό περιεχόμενο ενός λογοτεχνικού έργου, συγκρούονται πάντοτε δυο αντιτιθέμενες αντιλήψεις για την ίδια τη γλώσσα και τη λογοτεχνία.

Αν το περιεχόμενο είναι εξαρχής γλωσσικά συγκροτημένο, αν δηλαδή το αντικείμενο της αναφοράς δεν βρίσκεται σε κάποιον πραγματικό κόσμο εκτός της γλώσσας, τότε δεν υπάρχει καμία έξοδος από το λαβύρινθο – τα περιεχόμενα δεν είναι τίποτα άλλο από γλωσσικά παίγνια που υποδύονται τα αντικείμενα και κάθε οπτικός ή απτικός μίτος που υποτίθεται ότι θα μας οδηγούσε εκτός του λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι παρά σκηνοθεσία, ένα ακόμη ευφρόσυνο αλλά απατηλό τέχνασμα του συγγραφέα. Αυτή η αντίληψη βλέπει τη λογοτεχνία ως ένα κλειστό αυτοαναφορικό σύστημα, ως ένα απλό παιχνίδι με τα ίδια της τα περιεχόμενα, που δεν μπορούν να αποσπαστούν από αυτήν χωρίς να καταστραφούν.

Αν αντίθετα το περιεχόμενο έρχεται απέξω και η λογοτεχνία απλώς το αναπαράγει, το διαθλά και εντέλει το αναπαριστά (ή, στις ακραίες της εκδοχές, το επιτελεί), τότε το λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι παρά ένας καθρέφτης, αναπόφευκτα παραμορφωτικός, που απλώς μας επιστρέφει την εικόνα του κόσμου που του δώσαμε, διανθισμένη με καινούργια χρώματα και τονικότητες. Ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας τεχνίτης της διαμεσολάβησης: η εικόνα της πραγματικότητας πρέπει να περάσει όσο γίνεται πιο αλώβητη από τις ευαισθησίες του, τα περιεχόμενα που υποτίθεται ότι εκφράζει γλωσσικά δεν είναι παρά τα περιεχόμενα που προσλαμβάνει από έναν εξωτερικό κόσμο. Και αυτή η μιμητική αντίληψη της λογοτεχνίας όμως, παρά τις αρχαίες της περγαμηνές, αφήνει τη λογοτεχνία στο επίπεδο του παιχνιδιού, περιορίζοντάς την σε μια αναπαραστατική λειτουργία που αντλεί πάντοτε τα περιεχόμενά της από πεδία ξένα προς τη γλώσσα, από μια πραγματικότητα που υποτίθεται πως είναι αντικειμενική.

Γιώργος Γούσης, Νόκερ (Δημοσθένης Παπαμάρκος, «Γκιακ», 2014)

Υπάρχει όμως και μια άλλη οπτική πραγματικότητα της λογοτεχνίας: η ίδια η υλικότητα του βιβλίου. Τη θεωρούμε τόσο δεδομένη που συνήθως την ξεχνάμε εντελώς, και μαζί της όλη τη διαδικασία της παραγωγής του. Κι όμως το βιβλίο είναι μελάνι πάνω σε χαρτί και είναι αδιανόητο χωρίς την υλικότητά του με όλους τις δυνατότητες που δίνει αυτή και με όλους τους περιορισμούς που επιβάλλει. Η τυπογραφία, μια τέχνη που η επιτυχία της συνίσταται στην απόκρυψη και την υποβάθμιση της παρουσίας της, δημιουργεί από το νοερό περιεχόμενο του λογοτεχνικού έργου ένα πλήρες οπτικό σύστημα, με κανόνες και μυστικά, με μεταβάσεις και χάσματα, με εμφάσεις και ανεπαίσθητα ίχνη. Χωρίς τη σταθερή μορφή της σελίδας, χωρίς τη σταθερότητα των τυπογραφικών στοιχείων, της παραγράφου και της αράδας, η ανάγνωση θα χανόταν σε μια απέραντη οριζόντια παράθεση των περιεχομένων.

Ανάλογη λειτουργία, μερικές φορές πολύ πιο καθοριστική οπτικά, επιτελεί η τέχνη του εξωφύλλου. Η οπτική διακόσμηση του εξωφύλλου έχει μια διπλή καταγωγή: πρώτον, από τις προμετωπίδες των παλαιών εκδόσεων, τις γκραβούρες δηλαδή που κοσμούσαν συνήθως τη σελίδα που βρίσκεται αριστερά από τη σελίδα τίτλου· και δεύτερον από την ίδια τη σελίδα

τίτλου, δηλαδή από την τυπογραφική διακόσμηση με τα γράμματα του ίδιου του τίτλου. Η διπλή αυτή καταγωγή επιβάλλει μια σύνθεση των εικονικών και των τυπογραφικών στοιχείων, η ισορροπία της οποίας είναι εξαιρετικά δύσκολη και προϋποθέτει μια βαθιά εξοικείωση τόσο με την τυπογραφική παράδοση όσο και με το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου.

Βούλα Παπαδοπούλου (Ελίζα Παναγιωτάτου, «Τεχνικές κολύμβησης», 2017)​

Καθώς όμως η ανάγνωση είναι μια δυναμική και ασταθής διεργασία, ο αναγνώστης πάντοτε κινείται ανάμεσα στους αντιθετικούς πόλους της οπτικοποίησης του περιεχομένου – πιστεύει στην αλήθεια του λογοτεχνικού παιχνιδιού ή αμφισβητεί την αναπαραστατική του δεινότητα, αλλοιώνει στη μνήμη του τις λογοτεχνικές περιγραφές και αντιστρέφει τις αποφάνσεις του συγγραφέα, λησμονεί εντελώς την τυπογραφική μορφή και προσπερνά την εικόνα του εξωφύλλου. Όλες οι τεχνικές της σταθεροποίησης και της παγίωσης του περιεχομένου είναι εντέλει καταδικασμένες να αποτύχουν. Και αυτή ακριβώς η αποτυχία, αυτή η αναπόφευκτη αστάθεια είναι που επιτρέπει στο περιεχόμενο να ανακτήσει την κινητικότητά του, να μεταφερθεί ξανά στο επίπεδο της μνήμης και του νου, να χάσει τη γλωσσική του στατικότητα και να γίνει διαπερατό, να μπορεί να μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά και σε διαφορετικά καλλιτεχνικά μέσα.

Η σχέση της λογοτεχνίας με την εικαστική δημιουργία είναι ίσως η πιο κομβική απόπειρα μετάφρασης των περιεχομένων της σε μια διαφορετική καλλιτεχνική γλώσσα. Και παρότι αυτό που ονομάζουμε μεταφορά της λογοτεχνίας στο θέατρο ή τον κινηματογράφο είναι η πιο προφανής και οικεία εκδοχή μιας τέτοιας εξεικόνισης, καθώς οι τέχνες αυτές παραμένουν αφηγηματικές είναι υποχρεωμένες να στηρίζονται στο πρωτογενές κείμενο και επομένως να συγκρίνονται διαρκώς μαζί του. Από τις πρώτες όμως απεικονίσεις των ηρώων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στα αρχαϊκά αγγεία μέχρι τις σύγχρονες εικαστικές αναγνώσεις της λογοτεχνίας, η εικαστική παραγωγή κομίζει πάντα μια εκδοχή των περιεχομένων του λογοτεχνικού κειμένου η οποία ανεξαρτητοποιείται και λειτουργεί με πολύ μεγαλύτερη αυτονομία.

Γι’ αυτό και η προσδοκία από κάθε εικαστική προσέγγιση των λογοτεχνικών έργων που έχει κανείς αγαπήσει ως αναγνώστης, επαγγελματίας ή μη, είναι πάντοτε μεγάλη όπως και η χαρά για την ανταπόκριση στο κάλεσμα που απευθύναμε μαζί με το Ύψιλον».

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.